Η Μνήμη τη στιγμή του Θανάτου

Σε κάποιο πολύ παλαιό γράμμα ενός Δασκάλου, απευθυνόμενο σε ένα μέλος της Θεοσοφικής Εταιρείας, βρίσκουμε τις ακόλουθες επεξηγηματικές γραμμές σχετικά με τη νοητική κατάσταση ενός ανθρώπου ενώ πεθαίνει:

«Κατά την τελευταία στιγμή, όλη η ζωή αντανακλάται στη μνήμη μας και αναδύεται από όλες τις ξεχασμένες γωνιές, η μία εικόνα μετά την άλλη, το ένα γεγονός μετά το άλλο. Ο θνήσκων νους εκτοπίζει τη μνήμη με μια δυνατή, ύστατη ώθηση. Και η μνήμη πιστά επαναφέρει κάθε εντύπωση που φύλαγε κατά την ενεργητική περίοδο του εγκεφάλου. Η πιο δυνατή εντύπωση και σκέψη φυσιολογικά γίνεται και η πιο ζωντανή και επιζεί, τρόπον τινά, όλων των άλλων που τώρα χάνονται και εξαφανίζονται για πάντα, για να επανεμφανιστούν, όμως, στο Ντεβαχάν.


Κανείς δεν πεθαίνει παράφρων ή μη συνειδητός, σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν οι φυσιολόγοι. Ακόμα κι ένας τρελός ή κάποιος που έχει πάθει τρομώδες παραλήρημα θα βρεθεί σε μια στιγμή τέλειας διαύγειας πεθαίνοντας αν και δεν μπορεί να το πει στους παριστάμενους. Συχνά, μπορεί να φαίνεται νεκρός. Από τον τελευταίο του σφυγμό, όμως, και ανάμεσα στον ύστατο καρδιακό παλμό και τη στιγμή που η σπίθα της ζωικής θερμοκρασίας αφήσει το σώμα, ο εγκέφαλος σκέπτεται και το ΕΓΩ ζει, σε αυτά το λίγα δευτερόλεπτα, όλη τη ζωή του ξανά.
Εσείς που παραστέκεστε στο νεκροκρέβατο και βρίσκεστε στην αυστηρή παρουσία του Θανάτου, να μιλάτε μόνο ψιθυριστά. Και πρέπει να σιωπάτε ιδιαίτερα μόλις ο θάνατος αγγίξει το σώμα με το ψυχρό του χέρι. Να μιλάτε ψιθυριστά για να μην ταράξετε τον ήρεμο κυματισμό της σκέψης και εμποδίσετε τη σκληρή δουλειά του Παρελθόντος που ρίχνει την αντανάκλασή του πάνω στο πέπλο του Μέλλοντος……».

Τα ανωτέρω λόγια έχουν καταπολεμηθεί σθεναρά από τους υλιστές. Η Βιολογία και η ( Επιστημονική) Ψυχολογία ήταν και οι δύο πιεστικά αντίθετες στην ιδέα κι ενώ η Ψυχολογία δεν είχε παρουσιάσει στοιχεία για μια τέτοια υπόθεση, η Βιολογία απέρριψε την ιδέα ως κενή «προκατάληψη». Εν τω μεταξύ, ακόμα και η βιολογία υπόκειται στο νόμο της προόδου κι αυτό δείχνουν τα πιο πρόσφατα επιτεύγματά της. Ο δρ, Φεμ αρκετά πρόσφατα κοινοποίησε στην Παρισινή Βιολογική Εταιρεία ένα πολύ περίεργο υπόμνημα σχετικό με την νοητική κατάσταση του θνήσκοντος, πράγμα που ενισχύει θαυμάσια τις παραπάνω γραμμές. Γιατί, σε αυτό το ξεχωριστό φαινόμενο των αναμνήσεων της ζωής όπου αναδύονται ξαφνικά στο κενό της μνήμης όλες οι προ πολλού παραμελημένες και ξεχασμένες «γωνιές» της , η «μια εικόνα μετά την άλλη», ο δρ Φεμ εφιστά την ιδιαίτερη προσοχή των βιολόγων.
Αξίζει να προσέξουμε μόνο δύο σημεία, ανάμεσα στα πολλά, που αναφέρει αυτός ο Επιστήμονας στην Αναφορά του για να δείξουμε πόσο επιστημονικά σωστές είναι οι διδασκαλίες που λαμβάνουμε από τους εξ Ανατολής Δασκάλους μας.

Το πρώτο παράδειγμα είναι ενός ετοιμοθάνατου φυματικού η ασθένεια του οποίου εξελίχθηκε μετά από πάθηση του νωτιαίου μυελού. Ήδη, η συνειδητότητα τον είχε εγκαταλείψει όταν επανήλθε στη ζωή από δύο αλλεπάλληλες ενέσεις ενός γραμμαρίου αιθέρα. Σιγά – σιγά, σήκωσε το κεφάλι του και άρχισε να μιλάει γρήγορα στα Φλαμανδικά, μια γλώσσα που κανείς γύρω του δεν καταλάβαινε, ούτε και ο ίδιος. Του έδωσαν ένα μολύβι και ένα κομμάτι άσπρο χαρτόνι. Έγραψε με μεγάλη ταχύτητα αρκετές γραμμές στα Φλαμανδικά – πολύ σωστά όπως επιβεβαιώθηκε αργότερα – έγειρε πίσω και πέθανε. Όταν μετέφρασαν όσα είχε γράψει, είδαν ότι αναφερόταν σε ένα πολύ πεζό θέμα. Ξαφνικά, είχε θυμηθεί ότι χρώσταγε σε ένα συγκεκριμένο άνθρωπο το ποσό των 15 φράγκων από το 1868 – δηλαδή πάνω από 20 χρόνια – και η επιθυμία του ήταν να ξεπληρωθεί το χρέος.
Όμως, γιατί να γράψει την τελευταία επιθυμία του στα Φλαμανδικά; Ο αποθανών ήταν γεννημένος στην Αμβέρσα αλλά είχε φύγει από την πατρίδα του όταν ήταν παιδί, χωρίς να μάθει τη γλώσσα και αφού πέρασε όλη τη ζωή του στο Παρίσι ήξερε να μιλά και να γράφει μόνο γαλλικά.
Προφανώς η επανελθούσα συνειδητότητά του, αυτή η τελευταία αναλαμπή μνήμης που του έδειξε σαν σε αναδρομικό πανόραμα, όλη τη ζωή του ακόμα και το μηδαμινό γεγονός πως είχε δανειστεί πριν από 20 χρόνια μερικά φράγκα από ένα φίλο, δεν απέρρεε μόνο από τον φυσικό του εγκέφαλο αλλά μάλλον από την πνευματική του μνήμη, τη μνήμη του Ανώτερου Εαυτού (Μάνας ή της επανενσαρκωμένης ατομικότητας). Το γεγονός ότι μίλησε κι έγραψε στα Φλαμανδικά, μια γλώσσα που είχε ακούσει όταν ο ίδιος δεν μιλούσε καν, είναι μια πρόσθετη απόδειξη. Ο Εαυτός είναι σχεδόν παντογνώστης στην αθάνατη φύση του. Γιατί, πράγματι, η ύλη δεν είναι τίποτα περισσότερο από «τελευταία βαθμίδα και σαν σκιά της ύπαρξης» όπως μας λέει ο Ραβεσόν, μέλος του Γαλλικού Ινστιτούτου.

Και τώρα η δεύτερη περίπτωση.

Ένας άλλος ασθενής που πέθανε από φυματίωση πνευμόνων και κατά παρόμοιο τρόπο ξαναζωντάνεψε με μια ένεση αιθέρα, έστρεψε το κεφάλι του προς τη γυναίκα του και της είπε γρήγορα: «Δεν μπορείς να βρεις την καρφίτσα τώρα. Όλο το πάτωμα επισκευάστηκε από τότε». Αναφερόταν σε μια χαμένη καρφίτσα, χαμένη πριν από 18 χρόνια, ένα γεγονός τόσο ασήμαντο, σχεδόν ξεχασμένο, που όμως δεν παρέλειψε να ξαναζήσει στην τελευταία σκέψη του ετοιμοθάνατου ανθρώπου, που έχοντας εκφράσει με λόγια ό,τι έβλεπε, ξαφνικά σταμάτησε και άφησε την τελευταία του πνοή. Έτσι, οποιοδήποτε από τα χιλιάδες καθημερινά μικρογεγονότα και τυχαία περιστατικά μιας μακράς ζωής θα έμοιαζε ικανό να ανακληθεί στη μνήμη της συνειδητότητας που τρεμοσβήνει στην ύστατη στιγμή της διάλυσης. Μια μακρόχρονη ζωή, ίσως, που ξαναζεί για ένα μόνο δευτερόλεπτο!
Ας προσέξουμε και μια τρίτη περίπτωση που επιβεβαιώνει ακόμα πιο πολύ τον ισχυρισμό του Αποκρυφισμού, που ανάγει όλες αυτές τις αναμνήσεις στη δύναμη της σκέψης της ατομικότητας αντί για τη δύναμη της σκέψης, του προσωπικού (κατώτερου) Εαυτού. Μια κοπέλα που ήταν υπνοβάτισσα μέχρι τα 22 της χρόνια έκανε κατά τις ώρες της υπνοβασίας της τις πιο ποικίλες δουλειές στο σπίτι, τις οποίες δεν θυμόταν όταν ξυπνούσε.
Ανάμεσα σε άλλες ψυχικές παρορμήσεις που εκδηλώνονταν μόνο όταν κοιμόταν, την διέκρινε και μια κρυψίνοια που ήταν ξένη προς την κανονική της συμπεριφορά. Όταν ήταν ξύπνια ήταν εξωστρεφής και αρκετά ειλικρινής αλλά πολύ απρόσεκτη στα προσωπικά της αντικείμενα. Κατά την υπνοβασία όμως έπαιρνε αντικείμενα που της ανήκαν ή που μπορούσε να πιάσει και τα έκρυβε με δαιμόνια πονηριά. Αυτή η συνήθειά της ήταν γνωστή στους φίλους και συγγενείς της καθώς και σε δύο νοσοκόμες που την πρόσεχαν επί χρόνια κατά τις νυχτερινές της βόλτες. Έτσι, τίποτα δεν εξαφανιζόταν εκτός από πράγματα που εύκολα μπορούσαν να ξαναμπούν στη θέση τους.
Όμως κάποια αποπνικτική βραδιά η νοσοκόμα αποκοιμήθηκε και η κοπέλα σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο του πατέρα της. Ο πατέρας της, ένας ξακουστός συμβολαιογράφος, δούλευε μέχρι αργά εκείνο το βράδυ. Κάποια στιγμή που έλειψε από το γραφείο του, μπήκε μέσα και πήρε μια διαθήκη που ήταν ανοιχτή πάνω στο γραφείο μαζί με κάποιες χιλιάδες λιρών σε γραμμάτια και χαρτονομίσματα. Στη συνέχεια, τα έκρυψε στο κενό που σχημάτιζαν δύο ψευδο- κολώνες τοποθετημένες στη βιβλιοθήκη δίπλα στις κανονικές και ξεγλιστρώντας από το γραφείο, ξαναπήγε στο δωμάτιό της και ξάπλωσε χωρίς να γίνει αντιληπτή από τη νοσοκόμα που κοιμόταν ακόμα στην πολυθρόνα της.
Το αποτέλεσμα ήταν πως, αφού η νοσοκόμα κατηγορηματικά αρνήθηκε ότι η νεαρή κυρία της είχε φύγει από το δωμάτιο, δεν υποψιάστηκαν την πραγματική ένοχο και τα χρήματα δεν μπορούσαν να βρεθούν. Η απώλεια της διαθήκης προκάλεσε μήνυση εις βάρος του πατέρα της που τον εξάντλησε οικονομικά και κατέστρεψε τελείως τη φήμη του. Έτσι, η οικογένεια κατέληξε σε μεγάλη ένδεια.
Μετά από 9 χρόνια περίπου, η κοπέλα, που κατά τα τελευταία 7 χρόνια δεν υπνοβατούσε, έπαθε φυματίωση από την οποία και πέθανε. Στο νεκροκρέβατο, το πέπλο που κρεμόταν μπροστά από τη φυσική της μνήμη ανασηκώθηκε και η ενόρασή της αφυπνίστηκε.
Οι εικόνες της ζωής της ξετυλίχτηκαν μπροστά από τα εσώτερα μάτια της και, ανάμεσα σε άλλα, είδε τη σκηνή κλοπής κατά την υπνοβασία. Ξαφνικά, ξυπνώντας από τον λήθαργο στον οποίον βρισκόταν για αρκετές ώρες, το πρόσωπό της έδειξε σημάδια μεγάλης εσωτερικής συγκίνησης και φώναξε : «Πω, πω, τι έκανα;…..Εγώ πήρα τη διαθήκη και τα λεφτά…Πηγαίνετε να τα βρείτε στις ψευδο – κολώνες της βιβλιοθήκης, έχω…..». Ποτέ δεν ολοκλήρωσε τη φράση γιατί η ίδια η συγκίνηση την σκότωσε. Έψαξαν, όμως, και βρήκαν τη διαθήκη και τα χρήματα στο υποδεδειγμένο σημείο.

Το πιο παράξενο είναι ότι αυτές οι κολώνες ήταν πολύ ψηλά, πράγμα που θα δυσκόλευε κάποιον να βάλει αντικείμενα στο κενό ακόμα και αν είχε στη διάθεσή του πολύ χρόνο αντί για μόνο λίγα λεπτά. Πρέπει, βεβαίως, να σημειωθεί ότι οι ασθενείς που έρχονται σε έκσταση και παροξυσμό (Βλέπε: Convulsionnaires του Αγίου Μιντάρ και του Μοριζίν) συμπεριφέρονται αφύσικα σκαρφαλώνοντας σε τοίχους, ακόμα δε και πηδώντας σε κορυφές δέντρων.
Έτσι, όπως είναι διατυπωμένα τα γεγονότα, δεν θα οδηγείτο κάποιος στο συμπέρασμα πως ο υπνοβάτης διαθέτει ευφυΐα και μνήμη διαφορετική από τη φυσική μνήμη του ευρισκομένου σε εγρήγορση κατώτερου Εαυτού, και πως αυτή η ευφυΐα και η μνήμη θυμούνται, κατά τη στιγμή του θανάτου, ενώ η λειτουργία του σώματος και των φυσικών αισθήσεων ανακόπτονται και η διάνοια βαθμηδόν εγκαταλείπει την ψυχική οδό και την πνευματική συνειδητότητα;
Και γιατί όχι; Ακόμα και οι υλιστικές επιστήμες αρχίζουν τώρα να παραχωρούν στην ψυχολογία διάφορα στοιχεία τα οποία δεν θα της αναγνώριζαν πριν 20 χρόνια. «Η πραγματική ύπαρξη», μας λέει ο Ραβεσόν, « η ζωή της οποίας κάθε άλλη ζωή δεν είναι παρά ένα τέλειο περίγραμμα, ένα αμυδρό σχέδιο, είναι η «Ψυχή». Αυτό που ο κόσμος ονομάζει γενικά ψυχή είναι το επανενσαρκωνόμενο Εγώ. «Το να υπάρχεις σημαίνει να ζεις και το να ζεις είναι να θέλεις και να σκέπτεσαι» λέει ο Γάλλος επιστήμονας.
Εάν, όμως, πράγματι, ο φυσικός εγκέφαλος βρίσκεται μόνο σε μια περιορισμένη περιοχή, όπου και το πεδίο των γρήγορων αναλαμπών, ούτε η θέληση ούτε η σκέψη μπορούν να θεωρηθούν ότι παράγονται εντός του, ακόμα και σύμφωνα με τις υλιστικές Επιστήμες. Άλλωστε, ο Τύνταλ και πολλοί άλλοι έχουν ήδη χαρακτηρίσει αξεπέραστο το χάσμα ανάμεσα στην ύλη και το πνεύμα. Το γεγονός είναι ότι ο ανθρώπινος εγκέφαλος είναι απλώς ο δίαυλος ανάμεσα στα δύο επίπεδα – το ψυχο-πνευματικό και το υλικό – μέσα από τα οποία κάθε ιδέα περνά από τη Μανασική προς την κατώτερη ανθρώπινη συνειδητότητα.
Γι’ αυτό, οι ιδέες περί το άπειρο και το απόλυτο ούτε περιλαμβάνονται ούτε και μπορούν να περιληφθούν στις εγκεφαλικές μας ικανότητες. Μπορούν να καθρεφτίζονται πιστά μόνο από την Πνευματική μας συνειδητότητα, εξ ου και προβάλλονται λιγότερο ή περισσότερο έντονα στους πίνακες των αντιλήψεων μας σε αυτό το επίπεδο. Έτσι, ενώ οι καταγραφές ακόμη και σημαντικών γεγονότων συχνά σβήνονται από τη μνήμη μας, δεν μπορεί να εξαφανιστεί ούτε και η πιο επουσιώδης ενέργεια της ζωής μας από τη μνήμη της «Ψυχής» γιατί δεν είναι ΑΝΑΜΝΗΣΗ γι’ αυτήν, αλλά μόνιμα παρούσα πραγματικότητα στο επίπεδο που βρίσκεται εκτός της έννοιας που έχουμε για τον χώρο και τον χρόνο. «Πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος», έλεγε ο Αριστοτέλης και, βεβαίως, με τη λέξη «άνθρωπος» δεν εννοούσε το σχήμα : σάρκα, οστά, μύες!
Από όλους τους βαθείς στοχαστές, ο Έντγκαρντ Κουίνετ, συγγραφέας της «Δημιουργίας», εξέφρασε αυτή την ιδέα κατά τον καλύτερο τρόπο. Μιλώντας για τον άνθρωπο που είναι πλήρης συναισθημάτων και σκέψεων των οποίων είτε δεν έχει καμιά συνειδητότητα είτε τα αισθάνεται σαν ασαφείς και θολές εντυπώσεις, δείχνει πως ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται μόνο ένα μικρό μέρος της ηθικής του υπόστασης. «Οι σκέψεις που κάνουμε, που όμως δεν μπορούμε να προσδιορίσουμε και να διατυπώσουμε, άπαξ και απωθηθούν, αναζητούν καταφύγιο στην πραγματική ρίζα της ύπαρξής μας»….
Κυνηγημένες από τις επίμονες προσπάθειες της θέλησής μας «υποχωρούν μπροστά της, ακόμα περισσότερο, ακόμα βαθύτερα – ποιος ξέρει σε ποιες – νευρικές ίνες, όπου, όμως, κυριαρχούν και προκαλούν αυθόρμητες και άγνωστες σε μας εντυπώσεις….».
Πράγματι. Είναι τόσο αδιόρατες και απρόσιτες όσο οι ηχητικές και χρωματικές δονήσεις όταν ξεπερνούν τη φυσιολογική τους γκάμα. Μολονότι αόρατες και άπιαστες ισχύουν και θεμελιώνουν τις μελλοντικές ενέργειες και σκέψεις μας και κυριαρχούν πάνω μας, αν και μπορεί να μην τις σκεπτόμαστε ποτέ, ενώ συχνά αγνοούμε την υπόστασή τους και την παρουσία τους.
Σε κανένα σημείο ο Κουίνετ, αυτός ο μεγάλος μελετητής της Φύσης, δεν φαίνεται σωστότερος στις παρατηρήσεις του, παρά αναφερόμενος στα μυστήρια που μας περιβάλλουν όλους : «Ούτε τα γήινα ούτε τα ουράνια μυστήρια, αλλά αυτά που είναι παρόντα στο μυελό των οστών μας, στα κύτταρα του εγκεφάλου μας, στα νεύρα και τις ίνες μας». Και προσθέτει : «Δεν υπάρχει λόγος να ψάχνουμε για το άγνωστο, να χανόμαστε στο βασίλειο των άστρων, όταν εδώ κοντά μας και εντός μας βρίσκεται το απρόσιτο. Όπως ο κόσμος μας, ως επί το πλείστον, σχηματίζεται από αδιόρατα όντα που είναι οι πραγματικοί δημιουργοί του περιεχομένου του, έτσι και ο άνθρωπος.»
Και, πράγματι, έτσι είναι. Αφού ο άνθρωπος είναι ένα σύνολο σκοτεινών και γι’ αυτόν τον ίδιο μη συνειδητών αντιλήψεων, απροσδιόριστων συναισθημάτων και παρανοημένων συγκινήσεων, ξεχασμένων αναμνήσεων και γνώσης που γίνεται άγνοια στην επιφάνεια του επιπέδου του. Όμως, αν και η φυσική μνήμη σε έναν υγιή, ζωντανό άνθρωπο είναι συχνά συσκοτισμένη, ένα γεγονός που παραγκωνίζει κάποιο άλλο πιο αδύναμο, τη στιγμή της μεγάλης αλλαγής που ο άνθρωπος αποκαλεί θάνατο – αυτό που ονομάζουμε «μνήμη» φαίνεται να επανέρχεται σε μας με όλη τη δύναμη και τη ζωντάνια της.
Μήπως δεν οφείλεται αυτό στο γεγονός, όπως μόλις είπαμε, ότι για τουλάχιστον λίγα δευτερόλεπτα οι δύο μνήμες μας ( ή μάλλον οι δύο καταστάσεις, η ανώτερη και η κατώτερη κατάσταση της συνειδητότητας) αναμειγνύονται σχηματίζοντας έτσι μία, και ότι ο ετοιμοθάνατος βρίσκεται σε ένα επίπεδο όπου δεν υπάρχει ούτε παρελθόν, ούτε μέλλον αλλά μόνο παρόν; Όπως γνωρίζουμε όλοι, η μνήμη είναι ισχυρότερη ως προς τους νεώτερους συνειρμούς. Κατά ανάλογο τρόπο και ο μελλοντικός άνθρωπος είναι μόνο παιδί και περισσότερο ψυχή παρά σώμα.
Αν, δε, η μνήμη αποτελεί μέρος της Ψυχής μας, τότε, όπως έχει πει και ο Θάκερι, πρέπει κατ’ ανάγκη να είναι αθάνατη. Οι επιστήμονες δεν το παραδέχονται.
Εμείς, οι Θεόσοφοι, επιβεβαιώνουμε ότι έτσι είναι. Για ό,τι ισχυρίζονται εκείνοι έχουν μόνο αρνητικές αποδείξεις. Εμείς προς ενίσχυση των λεγομένων μας έχουμε αμέτρητα γεγονότα σαν κι αυτά που αναφέρθηκαν στα τρία παραδείγματα που παραθέσαμε. Οι σύνδεσμοι της αλυσίδας αιτίας και αποτελέσματος ως προς το νου είναι και πρέπει να παραμείνουν terra incognita για τον υλιστή. Γιατί αν, ήδη, έχουν αποκτήσει βαθιά πεποίθηση πώς, όπως λέει ο Πόουπ :

«Αποκοιμισμένες στα αμέτρητα δωμάτια του εγκεφάλου οι σκέψεις μας δένονται η μια με την άλλη, με πολλές κρυμμένες αλυσίδες…» - και πώς δεν μπορούν ακόμα και τώρα να ανακαλύψουν αυτές τις αλυσίδες, πώς μπορούν να ελπίζουν ότι θα ξετυλίξουν τα μυστήρια του ανώτερου, Πνευματικού, Νου!

Λούσιφερ, Οκτώβριος 1889

 

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.