Οι Μαχάτμα της Θεοσοφίας

 Με ειλικρινή και βαθειά λύπη – αν και χωρίς την παραμικρή έκπληξη, μια που είμαι εδώ και χρόνια προετοιμασμένη για τέτοιες δηλώσεις – διάβασα στο “Occult Word” (“Απόκρυφος Λόγος”) του Ρότσεστερ, που εκδίδεται από την κ. J. Cables, αφοσιωμένη πρόεδρο της τοπικής Θ.Ε., το κύριο άρθρο που έγραψε από κοινού με τον κ. W. T. Brown.

 Αυτή η ξαφνική συναισθηματική μεταστροφή είναι ίσως κάτι πολύ φυσικό για την κυρία, γιατί ποτέ δεν της δόθηκαν οι ευκαιρίες που δόθηκαν στον κ. Brown, όπως και το ότι γράφει πως τη συναισθηματική φόρτισή της, αναμφίβολα την συμμερίζονται πολλοί θεόσοφοι, συμπληρώνοντας πως μετά από “μια τεράστια επιθυμία ....να την φέρουν σε επαφή με τους Μαχάτμα της Θεοσοφίας καταλήξαμε (εκείνοι, δηλαδή) στο συμπέρασμα ότι δεν έχει νόημα τα φυσικά μάτια να στρέφονται με το ζόρι προς τα Ιμαλάια....”  Το εάν τα παράπονα είναι δικαιολογημένα και επίσης το εάν οι “Μαχάτμα” ή οι ίδιοι οι θεόσοφοι φταίνε γι' αυτό, είναι ένα ζήτημα που μένει να ξεκαθαριστεί. Έχει παραμείνει σε εκκρεμότητα πολλά χρόνια και τώρα θα πρέπει να διευθετηθεί, καθόσον οι δύο παραπονούμενοι δηλώνουν στο κείμενο που υπογράφουν, ότι “εμείς (εκείνοι, δηλαδή) δεν έχουμε ανάγκη να τρέχουμε πίσω από Ανατολικούς μυστικιστές που αρνούνται την ικανότητά τους να μας βοηθήσουν”.

 Αυτή η τελευταία πρόταση, η γραμμένη με πλάγιους χαρακτήρες, πρέπει να εξεταστεί με σοβαρότητα.  Ζητώ το προνόμιο να κάνω κάποιες παρατηρήσεις επ' αυτού.

 Κατά πρώτον, ο τόνος ολόκληρου του άρθρου είναι τόνος αληθινού μανιφέστου. Συνοπτικά και χωρίς την πληθώρα των Βιβλικών εκφράσεων που περιέχει καταλήγει στην εξής παραφρασμένη δήλωση: “Κρούσαμε την θύρα τους και δεν μας άνοιξαν. Ζητήσαμε ψωμί  και αρνήθηκαν να μας δώσουν έστω και το ελάχιστο.” Η κατηγορία είναι πολύ σοβαρή. Ωστόσο, το ότι δεν είναι ούτε σωστή ούτε δίκαιη, αυτό είναι που θέλω να αποδείξω.

Καθώς ήμουν η πρώτη στις Ηνωμένες Πολιτείες που έφερα στο φως την ύπαρξη των Δασκάλων μας και, έχοντας ανακοινώσει τα σεπτά ονόματα δύο μελών μιας Αδελφότητας που μέχρι τότε ήταν άγνωστα στην Ευρώπη και στην Αμερική (γνωστά μόνο σε λίγους  μυστικιστές και μυημένους διαχρονικά), αλλά που ήταν ιερά και σεβαστά σε όλη την Ανατολή και ειδικά στην Ινδία, προκαλώντας χυδαίες εικασίες και περιέργεια γύρω από αυτά τα ευλογημένα ονόματα, και τελικά δημόσιες κατηγορίες, πιστεύω ότι είναι καθήκον μου να αντιπαρατεθώ στις εν λόγω κατηγορίες εξηγώντας την όλη κατάσταση μια που αισθάνομαι πως είμαι ο βασικός ένοχος. Ίσως, έτσι,  κάποιοι θα ωφεληθούν και κάποιοι άλλοι θα ενδιαφερθούν.

 Ας μη νομίσει κανείς, πάντως,  ότι εμφανίζομαι σαν πρωτοπαλίκαρο ή υποστηρικτής εκείνων που ασφαλώς δεν έχουν ανάγκη υπεράσπισης. Αυτό που θέλω να κάνω είναι να παρουσιάσω απλά γεγονότα και μετά να αφήσω την κατάσταση να κριθεί για όποια αξία έχει. Στην απλή φράση των αδελφών μας ότι “ζουν σε κέλυφος” “κυνηγώντας παράξενους θεούς” και πως δεν γίνονται δεκτοί, θα ρωτούσα κι εγώ με τη σειρά μου,  το ίδιο απλά: “Είστε σίγουροι ότι κρούσατε τη σωστή θύρα; Νοιώθετε σίγουροι ότι δεν χάσατε τον δρόμο σας σταματώντας κάθε λίγο καθ' οδόν σε παράξενες θύρες πίσω από τις οποίες καραδοκούν οι αγριότεροι εχθροί εκείνων που ψάχνατε να βρείτε;”

 Οι ΔΑΣΚΑΛΟΙ μας δεν είναι “κάποιος ζηλιάρης θεός”. Είναι απλώς άγιοι θνητοί, ωστόσο ανώτεροι από οιονδήποτε άλλον θνητό σ' αυτόν τον κόσμο, ηθικά, διανοητικά και πνευματικά. Όσο κι αν είναι άγιοι και προχωρημένοι στη γνώση των Μυστηρίων – είναι πράγματι άνθρωποι, μέλη μιας Αδελφότητας, οι πρώτοι στους κόλπους της που υπακούουν στους δοκιμασμένους στον χρόνο νόμους και κανόνες της.  Και ένας από τους πρώτους κανόνες της ορίζει ότι όσοι ξεκινούν το ταξίδι για την Ανατολή, ως  υποψήφιοι κάτω υπό την επίβλεψη ή ευνοούμενοι εκείνων που είναι οι θεματοφύλακες  αυτών των Μυστηρίων, πρέπει να ακολουθούν την ευθεία οδό, χωρίς να σταματούν σε κάθε παράδρομο και μονοπάτι, αναζητώντας να βρουν άλλους “Δασκάλους” και καθοδηγητές της  συχνά Αριστερής Ατραπού - Γνώσης. Ότι πρέπει να έχουν πεποίθηση και να δείχνουν εμπιστοσύνη και υπομονή πέραν όσων άλλων προϋποθέσεων πρέπει να πληρούν. Μη εφαρμόζοντας όλα αυτά απ' αρχής μέχρι τέλους, ποιό δικαίωμα έχει κάποιος να παραπονιέται ότι οι Δάσκαλοι ευθύνονται που δεν τον βοήθησαν;

 Πράγματι “Οι Ένοικοι στο κατώφλι ” βρίσκονται μέσα μας!”

 Όταν ένας θεόσοφος θελήσει να γίνει υποψήφιος μαθητείας  ή εύνοιας, πρέπει να έχει επίγνωση της αμοιβαίας δέσμευσης μεταξύ των δύο μερών, σιωπηρά, αν δεν προταθεί και γίνει αποδεκτή επίσημα και επίγνωση της ιερότητας αυτής της δέσμευσης. Πρόκειται για έναν δεσμό επτάχρονης δοκιμασίας.. Εάν κατά το διάστημα αυτό, παρά τις πολλές ανθρώπινες αδυναμίες και λάθη του υποψηφίου (εκτός από δύο που δεν είναι ανάγκη να αναφερθούν γραπτώς) αυτός, αντιμετωπίζοντας κάθε πειρασμό, παραμείνει  πιστός στον επιλεγμένο Δάσκαλο ή Δασκάλους  (για την περίπτωση των δόκιμων υποψηφίων) και εξίσου πιστός στην Εταιρεία που ιδρύθηκε κατά την επιθυμία τους και με τις εντολές τους, τότε ο θεόσοφος θα μυηθεί,…  οπότε θα του επιτραπεί να ομολογεί στον γκουρού του με ειλικρίνεια όλες τις αστοχίες του που θα μπορούν να παραβλέπονται,… Αυτές ανήκουν στο μελλοντικό του Κάρμα, αλλά αφήνονται προς το παρόν στη διάκριση και κρίση του Δασκάλου. Μόνον αυτός έχει τη δύναμη να κρίνει εάν ακόμα και κατά τα μακρά αυτά επτά έτη  ο τσέλα θα ευνοηθεί ασχέτως λαθών και παραπτωμάτων, με περιοδική  αλληλοεπικοινωνία με τον γκουρού. [1] Ο γκουρού πλήρως ενήμερος ως προς τα αίτια και τα κίνητρα που οδήγησαν τον υποψήφιο σε παραλείψεις και λάθη είναι ο μόνος που θα κρίνει αν πρέπει ή δεν πρέπει να τον ενθαρρύνει.  Γιατί μόνον αυτός  έχει τούτη τη δικαιοδοσία, ξέροντας ότι και ο ίδιος υπόκειται στον αμείλικτο νόμο του Κάρμα, που κανείς, από τον άγριο Ζουλού μέχρι τον ύψιστο αρχάγγελο, δεν μπορεί να αποφύγει – και ότι πρέπει να αναλάβει την τεράστια ευθύνη των αιτίων που δημιούργησε ο ίδιος. 

 Επομένως, η κύρια και μόνη απαραίτητη προϋπόθεση για τον υποψήφιο ή τον υπό δοκιμασία τσέλα είναι απλώς η απαρασάλευτη αφοσίωση στον επιλεγμένο Δάσκαλο και στους στόχους του. Είναι μια προϋπόθεση εκ των ουκ άνευ. Όπως είπα, όχι εξ αιτίας κάποιου συναισθήματος ζήλειας αλλά, απλώς, επειδή μόλις διακοπεί η μαγνητική επαφή μεταξύ των δύο, κάθε φορά καθίσταται δυο φορές πιο δύσκολο να την αποκαταστήσουν εκ νέου. Και πως δεν είναι ούτε σωστό ούτε δίκαιο οι Δάσκαλοι να υπερεξαντλούν τις δυνάμεις τους για εκείνους των οποίων τη μελλοντική πορεία και την τελική λιποταξία συχνά μπορούν ξεκάθαρα να προβλέπουν. Όμως, πόσοι από εκείνους που προσδοκούν αυτό που θα ονόμαζα “προκαταβολικές εύνοιες” και έχοντας απογοητευθεί, αντί να επαναλάβουν ταπεινά mea culpa (“δικό μου το λάθος”), χρεώνουν στους Δασκάλους τους  ιδιοτέλεια και άδικη συμπεριφορά; Θα σπάσουν, επίτηδες, δέκα φορές σε έναν χρόνο το νήμα που τους συνδέει  και πάλι θα περιμένουν πως κάθε φορά θα ξαναγίνουν δεκτοί με τους παλαιούς όρους. Ξέρω έναν θεόσοφο – ας μην πω το όνομά του, αν και ελπίζω να αναγνωρίσει μόνος του τον εαυτό του – έναν ήρεμο, έξυπνο νεαρό, έναν εκ φύσεως μυστικιστή, ο οποίος μέσα στον αστόχαστο ενθουσιασμό του και την ανυπομονησία του, άλλαξε Δασκάλους και ιδέες, περίπου έξι φορές σε λιγότερο από τρία χρόνια. Στην αρχή πρόσφερε τον εαυτό του, ξαφνικά του ήρθε η ιδέα να παντρευτεί, αν και είχε αρκετές αποδείξεις για τη σωματική παρουσία του Δασκάλου του και παρόλο που είχε ήδη ευνοηθεί από εκείνον αρκετές φορές. Όταν ναυάγησε η προοπτική του γάμου, έψαξε να βρει “Δασκάλους” σε άλλους χώρους και έγινε ενθουσιώδης Ροδόσταυρος. Κατόπιν επέστρεψε στη Θεοσοφία σαν Χριστιανός μυστικιστής. Ύστερα πάλι άρχισε να ψάχνει τρόπους να ζωηρέψει τον αυστηρό τρόπο ζωής του μέσω  μιας συζύγου. Στη συνέχεια εγκατέλειψε την ιδέα και το γύρισε στον πνευματισμό. Και τώρα έχοντας και πάλι ζητήσει να τον “πάρουν πίσω ως τσέλα” (έχω το γράμμα του) και επειδή ο Δάσκαλός του δεν του απάντησε – τον απαρνήθηκε πέρα για πέρα για να αναζητήσει, όπως αναφέρεται στο παραπάνω μανιφέστο – τον παλιό του “Εσσαίο Δάσκαλο και να δοκιμάσει τα πνεύματα στο όνομά του”.

 Με το δίκιο τους η ικανή και σεβαστή εκδότρια του “Occult Word”  και ο Γραμματέας της  επέλεξαν το μοναδικό αληθινό μονοπάτι όπου, με μια μικρή δόση τυφλής πίστης, είναι σίγουροι ότι δεν θα αντιμετωπίσουν καμιά πλάνη ή απογοήτευση. “Είναι ευχάριστο για κάποιους από εμάς” λένε “ να υπακούμε στο κάλεσμα του “Ανθρώπου των Θλίψεων” που δεν θα αποδιώξει κανέναν σαν ανάξιο ή επειδή δεν κατάφερε να πετύχει κάποιο συγκεκριμένο ποσοστό προσωπικής αξίας”. Πώς μπορούν να ξέρουν αυτοί; Εκτός και δέχονται το κυνικά απαίσιο και επικίνδυνο δόγμα της Προτεσταντικής Εκκλησίας που διδάσκει τη συγχώρηση του απεχθέστερου εγκλήματος υπό τον όρο ότι  ο φονιάς  πιστεύει ειλικρινά πως το αίμα του “Λυτρωτή' του τον έσωσε την τελευταία στιγμή – τί άλλο είναι αυτό παρά τυφλή πίστη χωρίς καμία φιλοσοφική βάση; Ο συναισθηματισμός δεν είναι φιλοσοφία. Κι ο Βούδδας αφιέρωσε τη μακρά αυτοθυσιαστική ζωή του για να απομακρύνει τους ανθρώπους ακριβώς από αυτήν τη φθοροποιό δεισιδαιμονία. Πώς μπορούμε, τότε,  να μιλάμε για τον Βούδδα με τα ίδια μέτρα; Η διδασκαλία της σωτηρίας με την προσωπική αξία και την αυταπάρνηση είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της διδασκαλίας του Lord Βούδδα. Ίσως και οι δύο συγγραφείς να έχουν “κυνηγήσει παράξενους θεούς”, κατά πάσα πιθανότητα αυτό έκαναν. Αυτοί όμως δεν ήταν οι δικοί μας ΔΑΣΚΑΛΟΙ. “Τον απαρνήθηκαν τρις” και τώρα προτείνουν “με ματωμένα πόδια και ηττημένο πνεύμα”, “παρακαλούμε Εκείνος (ο Ιησούς) να μας (αυτούς, δηλαδή) ξαναπάρει κάτω από τη φτερούγα του” κλπ.  “Ο Ναζαρηνός Δάσκαλος” σίγουρα θα τους κάνει τη χάρη.. Αλλά “θα ζουν σε κέλυφος”, και επιπλέον  με  “τυφλή πίστη”. Όμως, αυτοί είναι οι καλύτεροι κριτές, άλλωστε κανείς δεν έχει το δικαίωμα να παρεμβαίνει στο τί πιστεύουν για την Εταιρεία μας. Και μακάρι μέσα από μια πρώτη νέα απογοήτευσή τους να μη γίνουν κάποια μέρα οι χειρότεροι εχθροί μας.

Εντούτοις, λέω σε εκείνους τους Θεόσοφους που, σε γενικές γραμμές,  είναι δυσαρεστημένοι  με την Εταιρεία, πως κανείς δεν σας έδωσε ποτέ ανόητες υποσχέσεις. Ακόμα λιγότερο,  ούτε η Εταιρεία ούτε οι ιδρυτές της πρόσφεραν ποτέ τους “Δασκάλους” τους σαν ένα chromo-premium βραβείο για όσους θα είχαν κοσμιωτάτη διαγωγή. Εδώ και πολλά χρόνια κάθε νέο μέλος μαθαίνει ότι δεν του δίνεται καμιά υπόσχεση αλλά ότι όλα μπορεί να τα προσδοκά μόνο από την προσωπική του αξία. Ο θεόσοφος μένει ελεύθερος και ανεμπόδιστος στις πράξεις του. Όποτε δυσαρεστηθεί – alia tentanda via est – δεν είναι κακό, ας δοκιμάσει αλλού. [2] Εκτός εάν πράγματι έχει προσφέρει τον εαυτό του και είναι αποφασισμένος να κερδίσει την εύνοια των Δασκάλων. Σ' αυτόν ειδικά απευθύνομαι τώρα και ερωτώ:

“Εκπληρώνεις τις υποχρεώσεις σου και τις δεσμεύσεις σου; Εσύ, που πρόθυμα θα έριχνες  όλο το φταίξιμο στην Εταιρεία και στους Δασκάλους – που είναι η ενσάρκωση της ευσπλαχνίας, της ανεκτικότητας, της δικαιοσύνης και της παγκόσμιας αγάπης – εσύ   βιώνεις τη ζωή  που απαιτείται, σύμφωνα με τους όρους που τίθενται για κάποιον που γίνεται υποψήφιος;”

Εκείνος που νοιώθει στην καρδιά και στη συνείδησή του ότι εκπληρώνει τις υποχρεώσεις και τις δεσμεύσεις του – εκείνος που δεν κάνει ποτέ καμιά ουσιαστική παράλειψη, που δεν αμφισβητεί τη σοφία του Δασκάλου του, που ποτέ δεν αναζήτησε  άλλο Δάσκαλο ή Δασκάλους ανυπομονώντας να γίνει πανίσχυρος αποκρυφιστής, εκείνος που ποτέ δεν πρόδωσε το θεοσοφικό του καθήκον με σκέψη ή πράξη – αυτός λέω, ας σηκωθεί να διαμαρτυρηθεί. Μπορεί να το κάνει χωρίς φόβο. Δεν υπάρχει τιμωρία, ούτε θα τον  ψέξει κανείς και φυσικά δεν πρόκειται να τον αποκλείσει κανείς από την εταιρεία – την πιο ανοιχτόμυαλη  και ελεύθερη στις απόψεις της, την πιο καθολική από όλες τις γνωστές ή άγνωστες εταιρείες. Φοβάμαι ότι η πρόσκλησή μου θα μείνει χωρίς απάντηση. Κατά την διάρκεια των έντεκα ετών που υφίσταται η Θεοσοφική Εταιρεία έχω γνωρίσει από τους εβδομήντα δύο υπό δοκιμασία τσέλα που έχουν γίνει κανονικά δεκτοί και από τις εκατοντάδες δόκιμων υποψηφίων – μόνον τρεις που δεν έχουν κάνει μέχρι τώρα κάποια παράλειψη και μόνον έναν που τα κατάφερε απολύτως. Κανείς δεν πιέζει κανέναν να γίνει τσέλα, δεν  εξαγγέλλονται υποσχέσεις, καμιά υπόσχεση, εκτός από την αμοιβαία δέσμευση Δασκάλου και υποψήφιου τσέλα. Πράγματι! Είναι αλήθεια! πολλοί καλούνται, πολύ λίγοι επιλέγονται όμως ή μάλλον πολύ λίγοι είναι αυτοί που έχουν την υπομονή να φτάσουν μέχρι το δύσκολο τέλος, αν μπορούμε να ονομάσουμε δύσκολη την απλή επιμονή και τον ένα και μοναδικό στόχο.

Τί συμβαίνει, όμως, γενικά στην Εταιρεία, εκτός Ινδίας; Ποιός από τις πολλές χιλιάδες μελών  βιώνει πραγματικά τη ζωή; Μπορεί, άραγε, να πει κάποιος επειδή είναι αυστηρός χορτοφάγος – και οι ελέφαντες και οι αγελάδες είναι – ή συμβαίνει να είναι ανύπαντρος,  αφού πρώτα έζησε μια θυελλώδη νεότητα ή επειδή μελετά την Μπαγκαβάτ-Γκιτά ή ξέρει τη “φιλοσοφία Γιόγκα” απέξω κι ανακατωτά ότι είναι θεόσοφος, έτσι όπως λέει η καρδιά των Δασκάλων; Όπως, όμως, δεν κάνει η καλύπτρα τον μοναχό, έτσι, ούτε και τα μακριά μαλλιά είναι αρκετά για να κάνουν κάποιον πιστό ακόλουθο της θείας Σοφίας.

Κοιτάξτε γύρω σας και δείτε την ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑ μας, όπως λέγεται! Η Εταιρεία που ιδρύθηκε για να γιατρέψει τα φωναχτά λάθη της Χριστιανοσύνης, για να  διώξει την αδιαλλαξία  και τη μισαλλοδοξία, την υποκρισία και τη δεισιδαιμονία και για να καλλιεργήσει την πραγματική παγκόσμια αγάπη που φτάνει ακόμα και στον  πιο βάναυσο, τί έχει απογίνει στην Ευρώπη και στην Αμερική αυτά τα έντεκα  χρόνια δοκιμασίας; Μόνο σε ένα πράγμα έχουμε κατορθώσει να είμαστε ανώτεροι από τους Χριστιανούς Αδελφούς μας, που, σύμφωνα με τη γραφική έκφραση του Λόρενς Όλιφαντ “αλληλοσκοτώνονται για χάρη της Αδελφότητας και πολεμούν σαν διάβολοι για την αγάπη του Θεού” - κι αυτό είναι ότι καταργήσαμε κάθε δόγμα και τώρα προσπαθούμε με δίκαιο και σοφό τρόπο να καταργήσουμε το τελευταίο υπόλειμμα εικονικής αυθεντίας. Όμως, κατά τα λοιπά, είμαστε το ίδιο κακοί με εκείνους: με υπονομεύσεις, συκοφαντίες, επικρίσεις, ασταμάτητες πολεμικές ιαχές, αλληλο-ανταλλάσσοντας συνέχεια κατηγορίες   που θα μπορούσαν να κάνουν υπερήφανη την Κόλαση των Χριστιανών! Και όλα αυτά, να υποθέσω, είναι λάθος του Δασκάλου: δεν θα βοηθήσουν ΑΥΤΟΙ  εκείνους που βοηθούν άλλους στον δρόμο για τη σωτηρία και την απελευθέρωση από την ιδιοτέλεια – με κλωτσιές και σκάναδαλα;  Στ' αλήθεια, εμείς είμαστε ένα παράδειγμα στον κόσμο και κατάλληλοι σύντροφοι των ιερών ασκητών της χιονισμένης Οροσειράς!

Και τώρα λίγες ακόμα λέξεις πριν κλείσω. Θα με ρωτήσουν:

“Και ποιά είσαι εσύ που μας κατακρίνεις; Είσαι εκείνη που μολαταύτα ισχυρίζεται ότι επικοινωνεί με τους Δασκάλους και δέχεται κάθε μέρα την εύνοιά Τους. Είσαι τόσο άγια, τόσο αλάθητη και τόσο άξια;”

Σ' αυτό απαντώ: ΟΧΙ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ. Ατελής και επιρρεπής σε λάθη είναι η φύση μου. Πολλά και φανταχτερά είναι τα ελαττώματά μου – και γι' αυτό το κάρμα μου είναι βαρύτερο από το κάρμα οιουδήποτε άλλου θεόσοφου. Είναι – και πρέπει να είναι – εφόσον επί τόσα πολλά χρόνια με έχουν βάλει στο στόχαστρο εχθροί και φίλοι. Όμως δέχομαι τη δοκιμασία με χαρά. Γιατί; Διότι ξέρω ότι έχω, παρόλα τα λάθη μου, την προστασία του Δασκάλου να με περιβάλει. Και εάν την έχω, ο λόγος είναι απλώς ο εξής: επί τριάντα πέντε χρόνια και παραπάνω, από το 1851 οπότε είδα έναν Δάσκαλο  σε φυσική παρουσία και προσωπικά για πρώτη φορά, ποτέ μα ποτέ δεν  Τον αρνήθηκα ούτε Τον αμφισβήτησα ούτε καν με τη σκέψη μου. Ποτέ δεν βγήκε από τα χείλη μου κάποια  κατηγορία ή γκρίνια εις βάρος Εκείνου ούτε καν πέρασε από το μυαλό μου έστω και για μια στιγμή κάτω από τις πιο βαριές δοκιμασίες. Από την αρχή ήξερα τί έπρεπε να περιμένω, γιατί μου είχαν πει εκείνο που εγώ δεν έπαψα ποτέ να επαναλαμβάνω στους άλλους: μόλις κάποιος κάνει ένα βήμα στο Μονοπάτι που οδηγεί στο Άσραμ των ευλογημένων Δασκάλων – που είναι οι τελευταίοι και μοναδικοί θεματοφύλακες της αρχέγονης Σοφίας και Αλήθειας – ότι, δηλαδή, το κάρμα του, αντί να διαχυθεί σε όλη τη διάρκεια της μακρόχρονης ζωής του, πέφτει πάνω του με μιάς και τον συντρίβει με το συσσωρευμένο βάρος του. Εκείνος που πιστεύει αυτά που λέει, που πιστεύει στον Δάσκαλό του, θα το αντέξει και θα βγει από τη δοκιμασία νικητής. Εκείνος που αμφιβάλλει, ο δειλός που φοβάται να μάθει τί χρωστάει και προσπαθεί να αποφύγει την απόδοση του δικαίου– ΑΠΟΤΥΓΧΑΝΕΙ. Δεν θα ξεφύγει έτσι από το κάρμα, αλλά θα χάσει μόνο εκείνο που ριψοκινδύνευσε, δηλαδή τις απρογραμμάτιστες επισκέψεις του.

Γι' αυτό τον λόγο, επειδή διαρκώς και χωρίς κανένα έλεος έχω χτυπηθεί από το κάρμα μου χρησιμοποιώντας τους εχθρούς μου σαν ασυνείδητα  όπλα, γι' αυτό τα άντεξα όλα. Αισθάνθηκα σίγουρη ότι ο Δάσκαλος δεν θα επέτρεπε να χαθώ, ότι πάντα θα εμφανιζόταν την ενδέκατη ώρα – κι έτσι έκανε.

Τρεις φορές Αυτός με έσωσε από θάνατο, την τελευταία φορά σχεδόν παρά τη θέλησή μου. Ήταν τότε που ξαναβγήκα στον κρύο, κακό κόσμο από αγάπη γι' Αυτόν, που με έχει διδάξει όσα ξέρω και με έκανε αυτό που είμαι. Συνεπώς, επιτελώ το δικό Του έργο, τη δικιά Του θέληση κι αυτό είναι που μου έχει δώσει δύναμη λιονταριού για να αντέχω τα χτυπήματα – φυσικά και νοητικά, που ένα και μόνο απ' αυτά θα είχε σκοτώσει κάθε θεόσοφο που θα συνέχιζε να αμφιβάλει για την ισχυρή προστασία. Απαρασάλευτη αφοσίωση σε Αυτόν που ενσαρκώνει το καθήκον που χαράχτηκε για μένα και πίστη στη Σοφία – συνολικά, σε εκείνη τη μεγαλειώδη, μυστηριώδη ωστόσο  υπαρκτή Αδελφότητα των σεπτών ανδρών – είναι το μοναδικό μου προσόν και η αιτία της επιτυχίας μου στην απόκρυφη φιλοσοφία.

Και τώρα ας επαναλάβω τα λόγια του Παραγκουρού μου – του ΔΑΣΚΑΛΟΥ του Δασκάλου μου – λόγια, που Εκείνος είχε στείλει σαν μήνυμα σε όσους ήθελαν να κάνουν την Εταιρεία μια “λέσχη θαυμάτων” αντί για αδελφότητα ειρήνης, αγάπης και αλληλοβοήθειας - “Καλύτερα να χαθεί η Θεοσοφική Εταιρεία και οι δύσμοιροι Ιδρυτές της [2] ας χαθεί, λέω, ο δωδεκάχρονος μόχθος τους, ακόμα κι η ίδια η ζωή τους, παρά να δω να συμβαίνουν αυτά που βλέπω σήμερα: θεόσοφους να αντιπαλεύουν σε πολιτικά “ρινγκ” αναζητώντας προσωπική ισχύ και εξουσία, θεόσοφους να συκοφαντούν και να κατακρίνουν ο ένας τον άλλον, όπως ίσως θα έκαναν δυο αντίπαλες χριστιανικές σέχτες. Τέλος, θεόσοφους που αρνούνται να βιώνουν τη ζωή και μετά κατακρίνουν και λασπολογούν τους πιο σπουδαίους και ευγενείς ανάμεσα στους ανθρώπους γιατί πιστοί στους σοφούς πανάρχαιους νόμους τους που είναι βασισμένοι σε ανθρώπινη εμπειρία χιλιετιών – αυτοί οι Δάσκαλοι αρνούνται να παρέμβουν στο κάρμα και να παίξουν δευτερεύοντα ρόλο σε κάθε θεόσοφο που τους επικαλείται, το αξίζει δεν το αξίζει.

Αν δεν καταφύγουμε γρήγορα σε ριζικές μεταρρυθμίσεις στην Αμερικάνικη και στην Ευρωπαϊκή Εταιρεία μας – φοβάμαι, ότι πριν περάσει πολύς καιρός, θα μείνει μόνο ένα κέντρο Θεοσοφικών Εταιρειών και Θεοσοφίας σε όλο τον κόσμο – αυτό της Ινδίας. Σ' αυτή την χώρα απευθύνω όλες τις ευχές μου από το βάθος της καρδιάς μου. Όλη η αγάπη μου και οι προσδοκίες μου ανήκουν στους αγαπημένους μου αδελφούς, τους Γιούς της αρχαίας Αρυαβάρτα – Μητρώας Γης του ΔΑΣΚΑΛΟΥ μου.

 

Ε.Π.Μπλαβάτσκυ

 

Περιοδικό “Ατραπός”, Δεκέμβριος 1886, Nεα Υόρκη, τομ. Ι, Νο 9, σσ. 257-263

 Συμπεριλαμβάνεται, επίσης, στα “Άπαντα Μπλαβάτσκυ”, έκδοση του Θεοσοφικού Εκδοτικού Οίκου (TPH), Τόμος VII, σσ. 241-249.]

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.