Είναι οι Μαθητές, Διάμεσα;

Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκδοση του Λεξικού «Imperial» του John Ogilvie, «διάμεσο είναι κάποιος μέσω του οποίου εκδηλώνεται η πράξη ενός άλλου όντος και μεταβιβάζεται με ζωικό μαγνητισμό ή κάποιος μέσω του οποίου πιστεύεται ότι διενεργούνται πνευματικές εκδηλώσεις, ιδιαίτερα δε κάποιος που θεωρείται ικανός να επικοινωνεί με τα πνεύματα των νεκρών».

Οι Αποκρυφιστές δεν πιστεύουν στην επικοινωνία με τα «πνεύματα των νεκρών», έτσι όπως ο πολύς κόσμος αντιλαμβάνεται τη φράση, για τον απλούστατο λόγο ότι γνωρίζουν πως τα πνεύματα «των νεκρών» ούτε έρχονται ούτε μπορούν να έρθουν σε επικοινωνία μαζί μας. Επίσης η έκφραση «με ζωικό μαγνητισμό» θα είχε πιθανώς τροποποιηθεί, εάν ο εκδότης του Λεξικού «Imperial» ήταν Αποκρυφιστής.

Για τούτο μας ενδιαφέρει μόνο το πρώτο σκέλος του ορισμού της λέξης «Διάμεσο» που λέει : «Διάμεσο (μέντιουμ), είναι εκείνος μέσω του οποίου, πιστεύεται ότι οι πράξεις ενός άλλου όντος εκδηλώνονται και μεταβιβάζονται» και θα θέλαμε να μας επιτραπεί να προσθέσουμε: με τη συνειδητή ή ασυνείδητη ενεργή θέληση αυτού του άλλου όντος.

Θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς στη γη έναν άνθρωπο που δεν θα επηρεαζόταν - λιγότερο ή περισσότερο - από τον «Ζωικό Μαγνητισμό» ή από την ενεργή θέληση ( που εκπέμπει αυτόν τον «Μαγνητισμό» ) κάποιου άλλου ανθρώπου. Όταν ο σεβαστός Στρατηγός καλπάζει στο μέτωπο, όλοι οι στρατιώτες γίνονται «διάμεσα». Διαποτίζονται από ενθουσιασμό, τον ακολουθούν χωρίς φόβο και καταλαμβάνουν εξ εφόδου τις θανατηφόρες πυροβολαρχίες. Μια κοινή παρόρμηση τους διακατέχει όλους. Καθείς γίνεται «διάμεσο» του άλλου, ο δειλός εμπνέεται από ηρωισμό και μόνον αυτός που δεν είναι καθόλου διάμεσο και επομένως είναι αδιάφορος σε επιδημικές ή ενδημικές ηθικές επιρροές θα αποτελέσει εξαίρεση, θα αποδείξει την ανεξαρτησία του και θα τραπεί σε φυγή.

Αυτός που «κηρύσσει τη δεύτερη ζωή» θα ανεβεί στον άμβωνά του και μολονότι οι λόγοι του δεν είναι παρά οι πιο ασυνάρτητες ανοησίες, οι πράξεις του και ο θρηνητικός τόνος της φωνής του είναι αρκετά εντυπωσιακά ώστε να προκαλούν «αλλιώτικα συναισθήματα», ανάμεσα, τουλάχιστον, στο γυναικείο εκκλησίασμα, και σε περίπτωση που είναι ισχυρή προσωπικότητα, ακόμα και αμφισβητίες που έρχονται με πρόθεση να χλευάσουν, παραμένουν για να προσευχηθούν.

Οι άνθρωποι πάνε στο θέατρο και χύνουν δάκρυα ή ξελιγώνονται στα γέλια ανάλογα με το είδος της παράστασης, παντομίμα, τραγωδία ή κωμωδία. Όλων τα συναισθήματα, συνεπώς και οι πράξεις, εκτός ίσως από κάποιον πράγματι ανόητο, επηρεάζονται με οποιονδήποτε τρόπο. Έτσι, «η πράξη ενός άλλου εκδηλώνεται μέσω αυτού». Επομένως, όλοι, άντρες, γυναίκες και παιδιά είναι Διάμεσα και όποιος δεν είναι, αποτελεί έκτρωμα της φύσης, γιατί βρίσκεται έξω από το όριο της ανθρωπότητας.

Συνεπώς, ο ανωτέρω ορισμός ελάχιστα μπορεί να θεωρηθεί ικανοποιητικός για να εκφράσει την έννοια της λέξης «διάμεσο», όπως αντιλαμβάνεται ο κόσμος τον όρο, εκτός και τον συμπληρώσουμε ως εξής : «Διάμεσο, είναι κάποιος μέσω του οποίου η πράξη ενός άλλου πιστεύεται ότι εκδηλώνεται και μεταβιβάζεται σε αφύσικο βαθμό με τη συνειδητή ή όχι ενεργούσα θέληση του άλλου». Αυτή η διατύπωση περιορίζει τον αριθμό των «διαμέσων» στην κοινωνία κατ’ αναλογία προς τον χώρο γύρω από τον οποίον οριοθετούμε το φυσικό και το αφύσικο και θα είναι εξίσου δύσκολο να ορίσουμε ποιός είναι διάμεσο και ποιός δεν είναι, με το να πούμε πού σταματά η σωφροσύνη και πού αρχίζει η παράνοια. Ο καθένας έχει τις μικρές «αδυναμίες» του και τη μικρή του «διαμεσότητα» δηλαδή, την «Αχίλλεια πτέρνα» του. Επομένως, ο μεν ένας μπορεί να μη θεωρείται πράγματι παράφρονας , ενώ ο άλλος να μη μπορεί να αποκληθεί «διάμεσο». Οι γνώμες διίστανται συχνά για το αν κάποιος είναι ή όχι παράφρονας και άλλο τόσο μπορούν να διίστανται για το αν είναι ή δεν είναι διάμεσο. Στην καθημερινή ζωή, λοιπόν, μπορεί κάποιος να είναι πολύ εκκεντρικός χωρίς να θεωρείται παράφρονας εκτός και η παραφροσύνη του φτάσει στο σημείο να μην ξέρει πια τί κάνει και να μην μπορεί, κατά συνέπεια, να φροντίζει τον εαυτό του ή τη δουλειά του.

Μπορούμε κατ’ αναλογία να χρησιμοποιήσουμε την ίδια λογική και για τα διάμεσα και να πούμε ότι μέντιουμ πρέπει να θεωρούνται μόνο άνθρωποι που επιτρέπουν σε άλλους να τους επηρεάζουν κατά τον ήδη περιγραφέντα τρόπο σε τέτοιο σημείο που να χάνουν τον αυτό-έλεγχό τους και να μη διαθέτουν πια δική τους δύναμη ή θέληση για να ρυθμίζουν τις πράξεις τους. Μια τέτοια, λοιπόν, παραίτηση αυτό-ελέγχου μπορεί να είναι ενεργητική ή παθητική, συνειδητή ή ασυνείδητη, εθελούσια ή όχι και διαφέρει ανάλογα με τη φύση των ανθρώπων που εξασκούν στο διάμεσο την προαναφερθείσα θετική επίδραση.

Κάποιος μπορεί συνειδητά και θεληματικά να υποτάσσει τη θέλησή του σε κάποιον άλλον και να γίνεται σκλάβος του. Αυτό το άλλο ον μπορεί να είναι ένας άνθρωπος και τότε το διάμεσο θα είναι ο πειθήνιος υπηρέτης του και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για καλούς ή κακούς σκοπούς. Αυτό το άλλο «ον» μπορεί να είναι μια ιδέα, όπως αγάπη, πλεονεξία, μίσος, ζήλια, φιλαργυρία ή κάποιο άλλο πάθος, οπότε το αποτέλεσμα στο διάμεσο θα είναι ανάλογο προς τη δύναμη της ιδέας και τον αυτό -έλεγχο που διαθέτει το διάμεσο. Αυτό το άλλο «ον» μπορεί να είναι ένα στοιχειό ή στοιχειακό οπότε το δύστυχο μέντιουμ να πάθει επιληψία, να γίνει μανιακό ή να εγκληματήσει.

Αυτό το άλλο «ον» μπορεί να είναι η ίδια η ανώτερη αρχή του ανθρώπου είτε μόνη της είτε σε σχέση με μια άλλη ακτίνα της συλλογικής παγκόσμιας πνευματικής αρχής οπότε το διάμεσο θα γίνει μεγάλη διάνοια, συγγραφέας, ποιητής, καλλιτέχνης, μουσικός, εφευρέτης κ.ο.κ. Αυτό το «άλλο ον» μπορεί να είναι κάποιο από τα μεταρσιωμένα όντα που ονομάζονται Μαχάτμας οπότε το συνειδητό και εκούσιο διάμεσο θα ονομάζεται «Μαθητής» τους.

Μπορεί, πάλι, κάποιος να μην έχει ακούσει ποτέ στη ζωή του τη λέξη «διάμεσο» και εντούτοις να είναι ισχυρό μέντιουμ, αν και τελείως ασυνείδητα. Μπορεί οι πράξεις του να έχουν, λίγο ή πολύ, επηρεασθεί ασυνείδητα από το ορατό ή αόρατο περιβάλλον του. Μπορεί να γίνει λεία Στοιχειών ή Στοιχειακών, χωρίς καν να ξέρει την έννοια αυτών των λέξεων. Μπορεί συνεπώς να γίνει κλέφτης, φονιάς, διαφθορέας, μέθυσος και σφαγέας και έχει συχνά αποδειχθεί εγκλήματα να γίνονται επιδημικά. Πάλι, μπορεί με κάποιες αόρατες επιδράσεις να εξαναγκασθεί να προβαίνει σε ενέργειες που δεν συμβαδίζουν με το μέχρι τούδε χαρακτήρα του. Μπορεί να γίνει μεγάλος ψεύτης και κάποτε να αναγκασθεί από κάποια αόρατη επίδραση να λέει την αλήθεια. Μπορεί ,φυσιολογικά, να φοβάται πολύ και όμως σε κάποια σημαντική ευκαιρία, αιφνίδια, να κάνει μια πράξη ηρωισμού. Μπορεί να είναι ληστής και απατεώνας και ξαφνικά να κάνει μια πράξη γενναιοδωρίας κ.λ.π.

Μπορεί, επιπλέον, ένα διάμεσο να γνωρίζει τις πηγές που το επηρεάζουν ή σαφέστερα «τη φύση του όντος οι πράξεις του οποίου μεταβιβάζονται δια μέσου του» ή μπορεί και να μην τις γνωρίζει. Μπορεί να βρίσκεται υπό την επιρροή της έβδομης αρχής του και να φαντάζεται ότι επικοινωνεί με έναν προσωπικό του Ιησού Χριστό ή με έναν άγιο. Μπορεί να έχει επαφή με την «πνευματική» ακτίνα του Σαίξπηρ και να γράφει Σαιξπηρικά ποιήματα και συγχρόνως να φαντάζεται ότι το ίδιο το πνεύμα του Σαίξπηρ γράφει μέσω αυτού. Μόνο και μόνο το γεγονός ότι πιστεύει τούτο ή εκείνο δεν θα έκανε την ποίησή του ούτε καλύτερη ούτε χειρότερη. Μπορεί να επηρεάζεται από κάποιον Μύστη στη συγγραφή ενός μεγάλου επιστημονικού έργου και να αγνοεί παντελώς την πηγή της έμπνευσής του ή να φαντάζεται ότι ήταν το «πνεύμα» του Φαρανταίη ή του Λόρδου Μπέικον, που γράφει μέσω αυτού, ενώ στο μεταξύ να δρα σαν Τσέλα (Μαθητής), αγνοώντας και αυτό το γεγονός.

Από όλα αυτά εξάγεται το συμπέρασμα ότι η άσκηση της διαμεσότητας συνίσταται στη, λίγο - πολύ, εγκατάλειψη του αυτό-ελέγχου. Το αν αυτή η άσκηση είναι καλή ή κακή εξαρτάται απολύτως από την εφαρμογή της και τον σκοπό για τον οποίο γίνεται. Αυτός πάλι εξαρτάται από τον βαθμό γνώσης που διαθέτει το διάμεσο, ως προς τη φύση του όντος στην φροντίδα του οποίου - είτε ηθελημένα είτε όχι - εναποθέτει για κάποιο χρόνο την κηδεμονία των φυσικών ή πνευματικών δυνάμεών του.

Όποιος αδιακρίτως εμπιστεύεται την επιρροή κάθε άγνωστης δύναμης, είναι αναμφιβόλως «ιδιόρρυθμος» και δεν μπορεί να θεωρηθεί λιγότερο παράφρονας από εκείνον που θα εμπιστευόταν τα χρήματα και τα τιμαλφή του στον πρώτο τυχόντα ή απατεώνα που θα του το ζητούσε . Συναντάμε τέτοιους ανθρώπους , αν και είναι σπάνιοι συγκριτικά , συνήθως δε τους διακρίνουμε από το ανόητο βλέμμα και τον φανατισμό με τον οποίον προσκολλώνται στην άγνοιά τους.

Θα έπρεπε να λυπόμαστε και να μην κατηγορούμε τέτοια άτομα, ακόμα δε καλύτερα να τα διαφωτίζουμε, κατά το δυνατόν, για τον κίνδυνο που διατρέχουν. Το εάν, όμως, ένας Μαθητής, που συνειδητά και ηθελημένα δανείζει για κάποιο χρόνο τις πνευματικές του ιδιότητες σε ένα ανώτερο ον το οποίο γνωρίζει και στην αγνότητα των κινήτρων του οποίου - τιμιότητα σκοπού, ευφυία, σοφία και δύναμη - έχει απόλυτη εμπιστοσύνη, μπορεί να θεωρηθεί «διάμεσο», με την κοινή αποδοχή του όρου, είναι ένα ζήτημα που θα ήταν καλύτερα να το αποφασίσει μόνος του ο αναγνώστης αφού μελετήσει προσεκτικά το παρόν κείμενο.

«The Theosophist», Ιούνιος 1884.

 

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.