Είναι Έγκλημα η Αυτοκτονία;

 

Μια επιστολή και μια απάντηση

O συγγραφέας του «Πνευματιστή» του Λονδίνου, στο τεύχος του Νοεμβρίου, αποκαλώντας τα «Αποσπάσματα» απλές εικασίες, δύσκολα μπορεί, νομίζω, να χρησιμοποιεί αυτό το χαρακτηρισμό για το υπ’ αριθ. 3 απόσπασμα, όπου με μεγάλη προσοχή αναπτύσσεται η υπόθεση σχετικά με την αυτοκτονία.

Από γενικής απόψεως η υπόθεση φαίνεται να είναι αρκετά σωστή, συμβαδίζοντας με τη διαίσθησή μας ως προς τον Ηθικό Νόμο του Σύμπαντος και ταιριάζοντας με τις κατεστημένες απόψεις μας αλλά και τις επιστημονικές. Το συμπέρασμα που προκύπτει από τις δύο αναφερόμενες περιπτώ-σεις, δηλ. της εγωιστικής αυτοκτονίας αφενός και της ανιδιοτελούς αφετέρου, είναι ότι αν και οι μετά την αυτοκτονία καταστάσεις μπορεί να διαφέρουν, το αποτέλεσμα είναι πάντα κακό, η δε διαφορά συνίσταται μόνο στον βαθμό της τιμωρίας. Μου φαίνεται, ότι για να καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα ο συγγραφέας δεν θα είχε κατά νου όλες τις πιθανές περιπτώσεις αυτοκτονιών. Γιατί ισχυρίζομαι ότι σε μερικές περιπτώσεις η αυτοκτονία όχι μόνο είναι δικαιολογημένη αλλά και ηθικά επιθυμητή και ότι το αποτέλεσμα τέτοιου είδους αυτοθυσίας δεν είναι δυνατόν να είναι κακό.

Θα θέσω μία περίπτωση, ίσως μία από τις πιο σπάνιες, αλλά όχι κατ’ ανάγκη υποθετική λόγω της σπανιότητάς της, γιατί ΓΝΩΡΙΖΩ έναν τουλάχιστον άνθρωπο, για τον οποίον ενδιαφέρομαι, που διακατέχεται από συναισθήματα όπως αυτά που θα περιγράψω και ο οποίος θα ήταν βαθιά ευγνώμων αν μπορούσε να χυθεί περισσότερο φως σε αυτό το σκοτεινό και μυστήριο ζήτημα. (1)

Ας υποτεθεί, λοιπόν, πως ένας άνθρωπος που θα ονομάζω Μ. συνηθίζει να σκέφτεται πολύ τα επίμαχα ερωτήματα των μυστηρίων της γήινης ύπαρξης, τους σκοπούς της και τα υψηλότατα καθήκοντα του ανθρώπου. Για να βοηθηθεί στον συλλογισμό του καταφεύγει σε φιλοσοφικά έργα : συγκεκριμένα αυτά που ασχολούνται με τις υψηλόφρονες διδαχές του Βούδα. Τελικά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο ΠΡΩΤΟΣ και ΜΟΝΑΔΙΚΟΣ σκοπός της ύπαρξης συνίσταται στο να είναι κανείς χρήσιμος στους συνανθρώπους του. Ότι αποτυχία αυτού του σκοπού συνιστά την απαξία του ως αισθητικού ανθρωπίνου όντος και ότι εξακολουθώντας μια άχρηστη ζωή απλώς σκορπά την ενέργεια που διαθέτει και την οποία δεν έχει δικαίωμα να σπαταλά κατ’ αυτόν τον τρόπο. Προσπαθεί να γίνει χρήσιμος αλλά – αποτυγχάνει οικτρά και αξιολύπητα. Ποιό είναι το γιατρικό του τότε; Θυμηθείτε ότι δεν βρίσκεται σε πόλεμο για να «πάρει τα όπλα», δεν τον απειλεί κάποιος τρομερός νόμος, δεν υπάρχει άξια γήινη τιμωρία για να την αποφύγει. Στην πραγματικότητα δεν υπάρχει ηθική δειλία στην αυτοθυσία. Ο Μ. απλώς βάζει τέλος σε μια ύπαρξη που είναι άχρηστη και που, συνεπώς, αποτυγχάνει στον πρωταρχικό της στόχο. Δεν δικαιολογείται η πράξη του; Ή πρέπει κι αυτός να γίνει θύμα της μεταμόρφωσης σε φάντασμα και στοιχειό, ενάντια στα οποία το υπ’ αριθ. 3 απόσπασμα διατυπώνει τη φοβερή του προειδοποίηση; (2)

Ίσως, ο Μ. να μπορέσει στην επόμενη γέννηση να εξασφαλίσει ευνοϊκότερες συνθήκες και έτσι να πετύχει καλύτερα τον σκοπό της Ύπαρξης. Δεν θα μπορούσε, βέβαια, να είναι χειρότερος, γιατί εκτός του ότι διαπνέεται από το αξιέπαινο κίνητρο του να παραχωρήσει τη θέση του σε κάποιον που θα προσέφερε περισσότερες υπηρεσίες δεν θα ήταν ένοχος κάποιας ηθικής αχρειότητας. (3).

Και συνεχίζω. Προχωρώ ένα βήμα ακόμα και λέω ότι ο Μ. είναι όχι μόνο άχρηστος αλλά και επιβλαβής. Στην ανικανότητά του να κάνει το καλό, προσθέτει μια κάπως επίμονη διάθεση που αδιάκοπα τον ωθεί να προσπαθεί να κάνει το καλό. Ο Μ. καταβάλλει την προσπάθεια – θα ήταν τελείως ανάξιος να αποκαλείται άνθρωπος αν δεν το έκανε – και ανακαλύπτει ότι η ανικανότητά του γενικώς τον οδηγεί σε λάθη που μετατρέπουν το πιθανό καλό σε πραγματικό κακό.

Ανακαλύπτει ότι εξαιτίας της φύσης του, της γέννησης και της παιδείας του, πολλοί άνθρωποι αναμειγνύονται στα αποτελέσματα του λαθεμένου ζήλου του και πως, γενικά, ο κόσμος υποφέρει περισσότερο από την ύπαρξή του. Αν, λοιπόν, ο Μ. καταλήγοντας σε αυτό το αποτέλεσμα, προσπαθήσει να πραγματοποιήσει το λογικό του συμπέρασμα, δηλ. ότι όντας ηθικά υποχρεωμένος να μειώσει τις ταλαιπωρίες στις οποίες υπόκεινται αισθητικά όντα στη γη, θα όφειλε να αυτοκαταστραφεί και έτσι να κάνει το μόνο καλό για το οποίο είναι ικανός, υπάρχει, ερωτώ, ηθική ενοχή στο να προκαλέσει τον θάνατό του; Εγώ, θα έλεγα, οπωσδήποτε όχι. Μάλλον, θεωρώ, και φυσικά η ανώτερη γνώση μπορεί να με διορθώσει, πως ο Μ. όχι μόνο δικαιολογείται να αυτοεξοντωθεί αλλά ότι θα ήταν και κακός αν δεν το έπραττε, αμέσως και χωρίς δισταγμό, βάζοντας τέλος σε μια ζωή όχι μόνο άχρηστη αλλά και καταστρεπτική (4).

Ο Μ. μπορεί να κάνει λάθος. Αν, όμως, υποθέσουμε ότι πεθαίνει με την ευτυχή ψευδαίσθηση ότι στον θάνατο υπάρχει ό,τι καλό ενώ στη ζωή ό,τι κακό είναι ικανός να κάνει, δεν υπάρχουν στην περίπτωση του εξωτερικές ελαφρυντικές προϋποθέσεις που να αποτρέψουν την πτώση σε εκείνη τη φοβερή άβυσσο που έχει τρομοκρατήσει τους αναγνώστες σας.(5)

Επαναλαμβάνω ότι η περίπτωση του Μ. δεν είναι υποθετική. Η ιστορία βρίθει περιστατικών ανάξιων και βλαβερών ζωών που οδήγησαν στην καταστροφή ολόκληρα έθνη. Θυμηθείτε τους συγγραφείς της Γαλλικής Επανάστασης που φλέγονταν από τη σφοδρότερη αγάπη που ένιωσαν ποτέ άνθρωποι για τους συνανθρώπους τους. Θυμηθείτε τους κατακόκκινους από το αθώο αίμα να φέρνουν ανείπωτη καταστροφή στη χώρα τους στο ιερό όνομα της Ελευθερίας! Στ’ αλήθεια, πόσο οικτρά αδύναμοι! Τί αξιολύπητο αποτέλεσμα ανικανότητας! Αν έβλεπαν με τα μάτια του Μ. δεν θα είχαν γίνει το πρότυπό του; Ευλογημένοι δεν θα ήταν, πράγματι, για τη Γαλλία αν είχαν προηγηθεί του Μ;

Ας θυμηθούμε, εξάλλου, τον Γεώργιο τον Γ! της Αγγλίας, έναν καλοπροαίρετο αλλά ανίκανο Βασιλιά που αφού βασίλευσε επί σειρά ετών, άφησε τη χώρα του αποδιοργανωμένη και εξαθλιωμένη από εξωτερικούς πολέμους, διχασμένη στο εσωτερικό και εγκατέλειψε τη γενέθλια φυλή του, περνώντας τον Ατλαντικό, με τις ελευθερίες των υπηκόων του καταπατημένες και την αρετή εκπορνευόμενη στο Υπουργικό Συμβούλιο, στη Βουλή και στο Χάστινγκς. Η αλληλογραφία του με τον λόρδο Νορθ και άλλους αποδεικνύει πλήρως ότι στην αυτάρκειά του, παρά την καλή του πρόθεση, πρέπει να ανιχνευθούν οι δυστυχίες της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιρλανδίας, από τις συνέπειες των οποίων δεν έχει ακόμα πλήρως ανανήψει το Ενωμένο Βασίλειο. Ευτυχισμένη θα ήταν η Αγγλία αν αυτός ο βασιλιάς σαν τον Μ. είχε αντιληφθεί πόσο άχρηστη ήταν η ζωή του και την είχε ανακόψει, όπως, ίσως, έκανε ο Μ. στον ανθό της ολέθριας πορείας του.

ΕΡΕΥΝΗΤΗΣ

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ του ΕΚΔΟΤΗ

(1) Ο «Ερευνητής» δεν είναι Αποκρυφιστής εξ ου και η θέση του ότι σε μερικές περιπτώσεις η αυτοκτονία «δεν είναι μόνο δικαιολογημένη αλλά και ηθικά επιθυμητή». Όπως και ο φόνος, χωρίς να είναι δικαιολογητέος, εντούτοις, μερικές φορές είναι δυνατόν να φαίνεται επιθυμητός. Ο Αποκρυφιστής, που βλέπει την απαρχή και το τέλος των πραγμάτων, διδάσκει πως το άτομο – που υπό οιεσδήποτε συνθήκες, καλείται να βάλει τέλος στη ζωή του – είναι ένοχο. Τούτο είναι τόσο μεγάλη ύβρις και επικίνδυνη σοφιστεία όσο και το να αναλαμβάνει ένα έθνος το δικαίωμα να επιτίθεται και να σκοτώνει χιλιάδες αθώων ανθρώπων με το πρόσχημα της εκδίκησης για το κακό που υπέστη ένας. Όλες αυτές οι λογικές είναι καρποί του Αβίντια που κακώς θεωρούνται φιλοσοφία και σοφία. Ο φίλος μας, οπωσδήποτε, κάνει λάθος πιστεύοντας ότι ο συγγραφέας των «Αποσπασμάτων» κατέληξε στα συμπεράσματά του μόνο επειδή δεν είχε υπ’ όψη του όλες τις πιθανές περιπτώσεις αυτοκτονίας. Κατά μία έννοια, το αποτέλεσμα είναι βεβαίως απαράλλαχτο. Και υπάρχει μόνο ένας γενικός νόμος ή κανόνας για οποιοδήποτε είδος αυτοκτονίας.

Όμως, ακριβώς, επειδή «οι μετέπειτα καταστάσεις» διαφέρουν αιωνίως, είναι λανθασμένος ο υπαινιγμός ότι αυτή η ποικιλία συνίσταται μόνο στον βαθμό της τιμωρίας. Αν το αποτέλεσμα θα είναι σε κάθε περίπτωση η αναγκαιότητα του να εξαντλήσει κανείς την προκαθορισμένη περίοδο ζωής ως αισθητικό ον δεν βλέπουμε πόθεν ο «Ερευνητής» αντλεί την άποψή του ότι «το αποτέλεσμα είναι πάντα κακό». Το αποτέλεσμα εγκυμονεί πολλούς κινδύνους. Όμως, υπάρχει ελπίδα για ορισμένες περιπτώσεις αυτοκτονιών, και μάλιστα, συχνά, ΑΝΤΑΜΟΙΒΗ εάν Η ΖΩΗ ΘΥΣΙΑΣΤΗΚΕ ΓΙΑ ΝΑ ΣΩΘΟΥΝ ΑΛΛΕΣ ΖΩΕΣ και εάν δεν υπήρχε άλλη εναλλακτική λύση. Ας διαβάσει την παράγραφο 7, σελίδα 313 στον «Θεόσοφο» του Σεπτεμβρίου και ας σκεφτεί. Βέβαια, ο συγγραφέας, απλώς, γενικεύει το θέμα. Η ενδελεχής έρευνα για κάθε περίπτωση αυτοκτονίας και τις μετέπειτα καταστάσεις θα απαιτούσε ολόκληρη σειρά τόμων στη Βιβλιοθήκη του Βρετανικού Μουσείου, όχι τα «Αποσπάσματά» μας.

(2)Επαναλαμβάνουμε πως κανείς δεν έχει δικαίωμα να βάζει τέλος στην ύπαρξή του μόνο και μόνο επειδή δεν είναι χρήσιμη. Με αυτή τη λογική θα οδηγούνταν κατ’ ανάγκη στην αυτοκτονία όλοι οι ανίατοι ασθενείς και οι ανάπηροι που αποτελούν μόνιμη πηγή δυστυχίας για τις οικογένειές τους. Και ας κηρύξει κανείς την ηθική ομορφιά αυτού του νόμου σε μερικές από τις άγριες φυλές των κατοίκων της Νότιας Θάλασσας, στον οποίον υπακούοντας εκτελούν με τιμές πολέμου, τους ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες. Το παράδειγμα που επέλεξε ο «Ερευνητής» είναι ατυχές. Υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στον άνθρωπο που αποχωρίζεται τη ζωή του αηδιασμένος γιατί κατ’ εξακολούθηση απέτυχε να κάνει καλό, από απελπισία που δεν υπήρξε ποτέ χρήσιμος ή και από φόβο μήπως ζημιώσει τους συνανθρώπους του παραμένοντας στη ζωή και σε εκείνον που την αποχωρίζεται με τη θέλησή του για να σώσει τις ζωές την ευθύνη των οποίων έχει αναλάβει. Ο ένας είναι μισότρελος μισάνθρωπος, ο άλλος είναι ήρωας και μάρτυρας. Ο ένας αφαιρεί τη ζωή του, ο άλλος την προσφέρει θυσιάζοντάς την στη φιλανθρωπία και στο καθήκον του. Ο καπετάνιος που παραμένει μόνος του πάνω στο βυθιζόμενο σκάφος. Ο ναυαγός που παραχωρεί τη θέση του σε μια βάρκα που δεν θα τους χωρέσει όλους, προς χάριν νεώτερων και πιο αδύναμων ανθρώπων. Ο γιατρός, η αδελφή του ελέους και η νοσοκόμα που δεν φεύγουν από το πλευρό ασθενών προσβεβλημένων από μολυσματικό πυρετό. Ο επιστήμονας που περνά τη ζωή του μελετώντας επίπονα και, μολονότι γνωρίζει ότι την ξοδεύει, εντούτοις την προσφέρει κάθε μέρα και κάθε νύχτα για να ανακαλύψει κάποιο σπουδαίο παγκόσμιο νόμο, τα αποτελέσματα του οποίου μπορεί να ωφελήσουν την ανθρωπότητα. Η μητέρα που πετάγεται στο επιτιθέμενο άγριο θηρίο για να δώσει χρόνο στα παιδιά της να φύγουν μακριά. Όλες αυτές οι περιπτώσεις δεν είναι αυτοκτονίες. Το κίνητρο που τους κάνει να παραβαίνουν τον πρώτο σπουδαίο νόμο της ζωικής φύσης – η αρχική ενστικτώδης παρόρμηση του οποίου απαιτεί τη διατήρηση της ζωής – είναι μεγάλο και ευγενές. Και μολονότι, όλοι αυτοί θα πρέπει να ζήσουν στο Καμαλόκα τον προσδιορισμένο χρόνο ζωής , εντούτοις τυγχάνουν καθολικού θαυμασμού και η μνήμη τους τιμάται από τους ζωντανούς για ακόμα περισσότερο χρόνο. Όλοι επιθυμούμε να έχουμε το θάρρος να πεθάνουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο, σε ανάλογες περιπτώσεις. Φυσικά, αυτό δεν ισχύει για την περίπτωση στην οποία αναφέρεται ο «Ερευνητής». Παρά τον ισχυρισμό του ότι «δεν υπάρχει ηθική δειλία» σε μια τέτοια αυτοθυσία – εμείς την αποκαλούμε αναμφίβολα «ηθική δειλία» και αρνούμαστε να την ονομάσουμε αυτοθυσία.

(3) και (4). Στις περισσότερες περιπτώσεις χρειάζεται πολύ μεγαλύτερο θάρρος για να ζει κανείς παρά για να πεθάνει. Εάν ο Μ. πιστεύει ότι είναι «οπωσδήποτε επιζήμιος » ας αποσυρθεί στη ζούγκλα, σε ένα έρημο νησί ή ακόμα καλύτερα σε μια σπηλιά ή σε μια καλύβα κοντά σε κάποια μεγαλούπολη. Και, τότε, ζώντας ως ερημίτης, έτσι που αποκλείεται να έχει τη δυνατότητα να βλάψει οποιονδήποτε, ας δουλέψει, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, για τους φτωχούς, τους πεινασμένους, τους πάσχοντες. Εάν τούτο πράξει, κανείς δεν θα μπορεί «να αναμειχθεί με τις συνέπειες του λανθασμένου ζήλου του» ενώ, αν διαθέτει και το παραμικρό ταλέντο μπορεί να ευεργετήσει πολλούς απλώς και μόνο με χειρωνακτική εργασία μέσα στη μοναξιά και τη σιωπή που θα του επιβάλλουν οι συνθήκες. Ο,τιδήποτε είναι καλύτερο, ακόμα και το να σε πουν τρελό φιλάνθρωπο – από το να αυτοκτονήσεις , που είναι η πιο άνανδρη και δειλή πράξη, εκτός και καταφύγει κανείς σε αυτήν σε μια κρίση παροξυσμού.

(5). Ο «Ερευνητής» ρωτά αν ο Μ. πρέπει να είναι και θύμα της μεταμόρφωσης σε «φάντασμα» και «στοιχειό»! Κρίνοντας από την περιγραφή του χαρακτήρα του από τον φίλο του, θα λέγαμε πως από όλους τους αυτόχειρες, αυτός θα ήταν ο πιθανότερος να γίνει «στοιχειό» σε μια αίθουσα πνευματιστικών συγκεντρώσεων. Μπορεί να είναι αθώος «ηθικής αχρειότητας». Εφόσον όμως κατακυριεύεται από μια τέτοια «επίμονη διάθεση που τον ωθεί συνεχώς να προσπαθεί να κάνει το καλό» - εδώ, στη γη, δεν υπάρχει γνωστός λόγος γιατί θα έπρεπε να χάσει την ατυχή αυτή διάθεση ( ατυχή αφού πάντα αποτυγχάνει) – στο Καμαλόκα. Ένας «λαθεμένος ζήλος» θα τον οδηγήσει σε διάφορα μέντιουμ. Ελκυόμενος από τη δυνατή μαγνητική επιθυμία των «ευαίσθητων» και των πνευματιστών, ο Μ. πιθανότατα θα νιώσει «ηθικά δεσμευμένος να περιορίσει τα βάσανα που αυτά τα αισθητικά όντα (διάμεσα και πιστοί) υφίστανται στη γη» και για άλλη μια φορά θα καταστρέψει όχι μόνο τον εαυτό του αλλά και τους «φίλους» του, τα διάμεσα.

"The Theosophist", Νοέμβριος 1882

 

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.