Αρχαίοι Φιλόσοφοι και Σύγχρονοι Επικριτές

 
 
Σε κάποια από τις αρχαιότερες φιλοσοφίες και θρησκευτικά συστήματα των προϊστορικών χρόνων διαβάζουμε πως στο τέλος ενός Μάχα-Πραλάγια ( γενικής απορρόφησης ) η μεγάλη Ψυχή, το Πάραμ –Άτμα, το Αυθύπαρκτο, που μπορεί να γίνει αντιληπτό μόνο δια μέσου του υπεραισθητού, «αυτό-εκδηλώνεται».

 Οι Ινδοί δίνουν σε αυτή την «Ύπαρξη» διάφορα ονόματα , ένα από τα οποία είναι Σβαγιάμπου, ή Αυθύπαρκτο. Από το Σβαγιάμπου απορρέει η δημιουργική δύναμη ή Σβαγιαμπούβα – ο « Γιός του Αυθύπαρκτου» - και το Ένα γίνεται Δύο. Αυτό με τη σειρά του αναπτύσσει μια τρίτη αρχή με τη δυνατότητα να γίνει Ύλη, που οι ορθόδοξοι αποκαλούν Βιράζ ή Σύμπαν.[ii]

Αυτή η ακατάληπτη Τριάδα πήρε αργότερα ανθρωπόμορφη υπόσταση στο Τριμούρτι, γνωστό ως Βράχμα, Βισνού και Σίβα, τα σύμβολα αντιστοίχως των δημιουργικών, συντηρητικών και καταστρεπτικών δυνάμεων της Φύσης – και συγχρόνως των μεταμορφωτικών ή αναγεννητικών δυνάμεων ή μάλλον των τριών όψεων της μίας Συμπαντικής Δύναμης. Από το Τριντάντα, την τριπλά εκδηλωμένη Ενότητα, ανέβλυσε το ορθόδοξο AUM που, γι’ αυτούς, δεν είναι άλλο από το συντετμημένο Τριμούρτι. Μόνο υπό την τριπλή όψη οι αμύητες μάζες μπορούν να αντιληφθούν το μέγα μυστήριο. Όταν ο τριπλός Θεός γίνεται Σαρίρα ή λαμβάνει μια ορατή μορφή τυποποιεί όλες τις αρχές της Ύλης, όλα τα σπέρματα της ζωής. Τότε είναι ο Θεός των τριών προσώπων ή η τριπλή δύναμη, η ουσία της Βεδικής Τριάδας. «Ας γνωρίζουν οι Βραχμάνοι την Ιερή Συλλαβή (AUM), τις τρεις λέξεις του Σαβίτρι και ας διαβάζουν τις Βέδες καθημερινά».[iii]

«Αφού δημιούργησε το σύμπαν Αυτός του οποίου η δύναμη είναι ακατανόητη, εξαφανίστηκε πάλι, απορροφημένος από την Υπέρτατη Ψυχή …Έχοντας αποσυρθεί στο πρωταρχικό σκότος, η Μεγάλη Ψυχή παραμένει μέσα στο άγνωστο και στερείται παντελώς μορφής….
Έχοντας εκ νέου ενώσει τις λεπτές βασικές αρχές, παρουσιάζεται είτε ως φυτικός είτε ως ζωικός σπόρος και σε κάθε περίπτωση παίρνει μια καινούρια μορφή.

Έτσι, με μια αλληλοδιάδοχη αφύπνιση και ανάπαυση, το αναλλοίωτο Ον προκαλεί αιωνίως την αναγέννηση και το θάνατο όλων των υπαρχόντων δημιουργημάτων, των ενεργών και των αδρανών[iv]

Όποιος έχει μελετήσει τη θεωρία του Πυθαγόρα για τη Μονάδα, η οποία αφού δημιουργήσει τη Δυάδα, αποσύρεται στη σιωπή και το σκότος, δημιουργώντας έτσι την Τριάδα, μπορεί να αντιληφθεί την προέλευση της φιλοσοφίας του μεγάλου Σαμίου Σοφού και εν συνεχεία του Σωκράτη και του Πλάτωνα. Η απόκρυφη Δεκάδα (1+2+3+4=10) είναι ένας τρόπος έκφρασης αυτής της ιδέας. Το Ένα είναι ο Θεός. Το Δύο, η Ύλη. Το Τρία, συνδυάζοντας Μονάδα και Δυάδα και συναίτιος στη φύση και των δύο είναι ο φαινομενικός Κόσμος. Η Τετράδα ή η τέλεια μορφή εκφράζει την παντελή κενότητα ενώ η Δεκάδα, το συνολικό άθροισμα, περιλαμβάνει ολόκληρο τον Κόσμο.

Ας δούμε πώς οι Βραχμανικές ιδέες συμπίπτουν με τις προ-χριστιανικές Εθνικές Φιλοσοφίες και με τον ίδιο τον Χριστιανισμό. Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, με την Πλατωνική Φιλοσοφία, την πιο επεξεργασμένη σύνοψη των δυσνόητων συστημάτων της αρχαίας Ινδίας.

Αν και έχουν περάσει 2250 χρόνια από τον θάνατο του Πλάτωνα, οι διανοούμενοι του κόσμου ακόμα ασχολούνται με τα κείμενά του. Ήταν, κυριολεκτικά, ο ερμηνευτής του κόσμου. Και ο μεγαλύτερος φιλόσοφος της προχριστιανικής εποχής, με τη μεταφυσική του έκφραση, αντικατοπτρίζει πιστά στα έργα του την πνευματικότητα των Βεδικών φιλοσόφων που έζησαν χιλιάδες χρόνια πριν απ’ αυτόν.. Ο Βυάσα, Τζαϊμίνι, Καπίλα, Πατάνζαλι και πολλοί άλλοι έχουν, εμφανώς , μεταδώσει στον Πλάτωνα και στη σχολή του το ανεξίτηλο αποτύπωμά τους κατά τους ενδιάμεσους αιώνες, μέσω του Πυθαγόρα. Έτσι δικαιολογείται το συμπέρασμα ότι η ίδια σοφία αποκαλύφθηκε τόσο στον Πλάτωνα όσο και στους αρχαίους Ινδούς Σοφούς. Και, έχοντας επιβιώσει στη λαίλαπα του χρόνου, τί άλλο μπορεί να είναι αυτή η σοφία παρά θεία και αιώνια;

Ο Πλάτωνας δίδασκε ότι το «δίκαιο» ενυπάρχει στην ψυχή και ότι είναι το μέγιστο αγαθό του κατόχου του. «Οι άνθρωποι, ανάλογα με τη νοημοσύνη τους, έχουν αποδεχτεί τους υπερβατικούς του ισχυρισμούς». Παρόλα αυτά, οι σχολιαστές του, σχεδόν ομόφωνα, αποστρέφονται κάθε περικοπή που υπαινίσσεται ότι η Μεταφυσική του βασίζεται σε σταθερή βάση και όχι σε ιδεατές έννοιες.

Ο Πλάτωνας, όμως, δεν μπορούσε να δεχτεί μια φιλοσοφία κενή υψηλοφρόνων πνευματικών επιδιώξεων. Για τον Πλάτωνα τα δύο αυτά ταυτίζονταν. Για τον αρχαίο Έλληνα σοφό υπήρχε μόνο ένας στόχος επίτευξης : Η ΑΛΗΘΗΣ ΓΝΩΣΗ. Θεωρούσε γνήσιους φιλοσόφους ή σπουδαστές της αλήθειας μόνον εκείνους που κατέχουν τη γνώση του όντως Όντος, σε αντίθεση με τα επιφαινόμενα. Τη γνώση του αενάως όντος σε αντίθεση με το εφήμερο. Και αυτού που υπάρχει πάντα, σε αντίθεση με αυτό που παρακμάζει και συνεχώς μεταβαλλόμενο τελικά καταστρέφεται.

«Πέρα από όλα τα πεπερασμένα όντα και τις δευτερεύουσες αιτίες, όλους τους νόμους, τις ιδέες και τις αρχές, υπάρχει μία ΔΙΑΝΟΙΑ ή ΝΟΥΣ ( το Πνεύμα), η αρχή των αρχών , η Υπέρτατη Ιδέα στην οποία βασίζονται όλες οι άλλες ιδέες, η έσχατη υπόσταση από την οποίαν τα πάντα αντλούν την ύπαρξή τους και την ουσία τους, η πρώτη και ικανή Αιτία της τάξης και της αρμονίας, του ωραίου και του εξόχου καθώς και του αγαθού που διακατέχουν το σύμπαν – η οποία ονομάζεται λόγω της υπεροχής και της τελειότητας της, Υπέρτατο Αγαθό, «ο Θεός, ο επί πάσι θεός».[v]

Δεν είναι δύσκολο για έναν Θεόσοφο να αναγνωρίσει σε αυτόν τον «Θεό» α) τον ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΝΟΥ στην κοσμική του όψη και β) το ΑΝΩΤΕΡΟ ΕΓΩ του ανθρώπου στη μικροκοσμική του. Γιατί, όπως λέει ο Πλάτωνας, Αυτός ( ο Νους) δεν είναι ούτε η αλήθεια ούτε η διάνοια, «αλλά ο Πατέρας του» δηλαδή ο «Πατέρας» του Κατώτερου Μάνας, ο προσωπικός μας «εγκέφαλος» που, για τις εκδηλώσεις του, εξαρτάται από τα αισθητήρια όργανα. Αν και αυτή η αιώνια ουσία των πραγμάτων μπορεί να μη γίνεται αντιληπτή από τις φυσικές μας αισθήσεις, μπορεί να γίνει κατανοητή από εκείνους που δεν είναι εκ προθέσεως βραδύνοες.[vi]

Βλέπουμε τον Πλάτωνα να δηλώνει ξεκάθαρα πως, ο,τιδήποτε ορατό, δημιουργήθηκε ή εξελίχθηκε από την αόρατη και αιώνια ΒΟΥΛΗΣΗ και κατά τον δικό της τρόπο. Ο Ουρανός – μας λέει- δημιουργήθηκε σύμφωνα με το αιώνιο πρότυπο του «Ιδεατού Κόσμου», που περιλαμβάνεται, όπως όλα, στο δωδεκάεδρο, το γεωμετρικό σχήμα που χρησιμοποίησε η Θεότητα.[vii]

Κατά τον Πλάτωνα, το Πρωταρχικό Ον είναι απορροή του Δημιουργικού Νου, που εμπεριέχει από καταβολής την «Ιδέα» του «κόσμου που προώρισται να δημιουργηθεί» και αυτήν την Ιδέα την γεννά αφ’ εαυτού.[viii] Οι νόμοι της Φύσης είναι οι εδραιωμένες σχέσεις αυτής της Ιδέας προς τις μορφές εκδήλωσής της. Δύο χιλιάδες χρόνια αργότερα βρίσκουμε τον μεγάλο Γερμανό φιλόσοφο Σοπενχάουερ να δανείζεται αυτή τη σύλληψη, όταν λέει ότι :

«Αυτές οι μορφές είναι χρόνος, χώρος και αιτιότητα. Μέσα από τον χρόνο και τον χώρο η ιδέα διαφοροποιείται στις αμέτρητες εκδηλώσεις της».

Έτσι, αν η Θεολογία έχει συχνά διαστρεβλώσει την αρχαία Θεοσοφία, η Σύγχρονη Ψυχολογία και οι Σύγχρονες Επιστήμες έχουν διαστρεβλώσει την Αρχαία Φιλοσοφία. Και οι δύο, χωρίς να το αναγνωρίζουν, δανείστηκαν από την Αρχαία Σοφία στηλιτεύοντας και μειώνοντάς την, όποτε μπορούσαν. Όμως, αν λείψει η κατανόηση των μεγάλων φιλοσοφικών και θεοσοφικών αρχών, όσο και αν είναι ακριβείς οι μέθοδοι της Σύγχρονης Επιστήμης, θα ακυρωθούν. Σε κανένα κλάδο της δεν μπορεί να καταδείξει την απαρχή και το τέλος των πραγμάτων. Αντί να ανιχνεύει το αποτέλεσμα από την πρωταρχική του πηγή, η πορεία της είναι αντίστροφη. Τα ανώτερα είδη της, διδάσκει, εξελίσσονται όλα από τους κατώτερους προκατόχους τους. Ξεκινά από τον πυθμένα του κύκλου, οδηγούμενη βήμα-βήμα στον μεγάλο λαβύρινθο της Φύσης, με έναν μίτο Ύλης. Μόλις σπάσει αυτός ο μίτος, χάνεται το ίχνος, υποχωρεί έντρομη από το Ακατάληπτο και ομολογεί ότι είναι ανίσχυρη. Όμως ο Πλάτωνας και οι μαθητές του δεν ακολούθησαν αυτή την πορεία. Γι’ αυτούς , όπως και για μας, τα κατώτερα είδη δεν ήσαν παρά οι συγκεκριμένες εικόνες των ανώτερων αφηρημένων ειδών. Το Πνεύμα, που είναι αθάνατο, έχει μια αριθμητική αφετηρία, όπως το σώμα έχει την αντίστοιχη γεωμετρική. Αυτή η αφετηρία, ως αντικατοπτρισμός του μεγάλου παγκόσμιου Αρχαίου (Archoeus), είναι αυτοκίνητη και από το κέντρο διαχέεται σε όλο το σώμα του μικρόκοσμου.

«Είναι τάχα η θλιβερή αίσθηση αυτής της αλήθειας, της οποίας η αναγνώριση και υιοθέτηση από οποιονδήποτε επιστήμονα θα αποδεικνυόταν σήμερα αυτοκαταστρεπτική, που κάνει τόσους επιστήμονες και φημισμένους λόγιους να ομολογούν πόσο ανίσχυρη είναι η Φυσική Επιστήμη, ακόμα και στον κόσμο της Ύλης;»

Σχεδόν ένας αιώνας χώριζε τον Πλάτωνα από τον Πυθαγόρα[ix], έτσι δεν είναι δυνατό να συναντήθηκαν. Όμως, και οι δύο ήσαν Μύστες και για αυτό δεν προκαλεί έκπληξη το ότι η διδασκαλία και των δύο αφορά στην Παγκόσμια Ψυχή. Ο Πυθαγόρας δίδασκε στους μαθητές του ότι Θεός είναι ο Συμπαντικός Νους διάχυτος στα πάντα και ότι αυτός ο Νους, χάρη στη συμπαντική του ομοιογένεια μπορεί να επικοινωνείται από ένα αντικείμενο προς ένα άλλο και ότι μπορεί να δημιουργεί τα πάντα απλώς και μόνο με τη δύναμη της θέλησης του ανθρώπου. Επίσης, κατά τους αρχαίους Έλληνες «Κύριος» ήταν ο Θεϊκός Νους. Στον «Κρατύλο» ο Πλάτωνας λέει ότι «ο Κόρος (Κύριος) σημαίνει την αγνή και άκρατη φύση της διάνοιας-σοφίας». Έτσι, βρίσκουμε όλους τους μεγάλους φιλοσόφους από τον Πυθαγόρα, τον Τίμαιο από τη Λοκρίδα και τον Πλάτωνα μέχρι και τους Νέο-Πλατωνικούς να εκπορεύουν τον ανθρώπινο Νου-Ψυχή από τον Συμπαντικό Νου-Ψυχή.

Για τους μύθους και τα σύμβολα, που προξενούν απελπισία στον σύγχρονο Οριενταλισμό, ο Πλάτωνας λέει στον «Γοργία» και στον «Φαίδωνα» ότι ήσαν τα οχήματα των μεγάλων αληθειών που αξίζουν να αναζητηθούν. Οι σχολιαστές, όμως, είναι τόσο μικροί σε σύγκριση με τον μεγάλο φιλόσοφο ώστε αναγκάζονται να αναγνωρίσουν ότι δεν γνωρίζουν πού «τελειώνει το δογματικό και αρχίζει το μυθικό». Ο Πλάτωνας κατατρόπωσε τις λαϊκές προκαταλήψεις ως προς τη μαγεία και τους δαίμονες και μετέτρεψε τις υπερβολικές αντιλήψεις της εποχής σε λογικές θεωρίες και μεταφυσικές συλλήψεις. Μπορεί να μην άντεχαν την επαγωγική μέθοδο που καθιέρωσε ο Αριστοτέλης, εντούτοις, είναι εξαιρετικά ικανοποιητικές γι’ αυτούς που αντιλαμβάνονται την ύπαρξη της ανώτερης ιδιότητας της ενόρασης ή διαίσθησης, ως διαθέτουσας ένα κριτήριο για την επιβεβαίωση της αλήθειας. Γιατί υπάρχουν ελάχιστοι μύθοι σε οποιοδήποτε θρησκευτικό σύστημα αλλά έχουν ιστορική και επιστημονική βάση. Οι μύθοι, όπως πολύ καλά το διατυπώνει ο Πόκοκ,

«Τώρα αποδεικνύονται παραμύθια ανάλογα με το πόσο τους παρανοούμε. Αποδεικνύονται αλήθειες ανάλογα με το πόσο, κάποτε, έγιναν κατανοητοί. Στην άγνοιά μας οφείλεται το ότι κάναμε την ιστορία μύθο και η άγνοιά μας είναι μια Ελληνική κληρονομιά που κατά πολύ οφείλεται στην Ελληνική ματαιοδοξία».[x]

Βασίζοντας όλη τη διδασκαλία του στην παρουσία του Υπέρτατου Νου, ο Πλάτωνας δίδασκε ότι ο νους, το Πνεύμα ή Έλλογη Ψυχή του ανθρώπου, «προερχόμενη από τον Θεϊκό Πατέρα», διέθετε μια φύση συγγενή ή ακόμα και ομοιογενή με τη Θεότητα και ικανή να διακρίνει τις αιώνιες αλήθειες. Αυτή η ιδιότητα της θεώρησης της πραγματικότητας με ευθύ και άμεσο τρόπο ανήκει μόνο στο Θεό. Η επιδίωξη αυτής της γνώσης αποτελεί αυτό που, πράγματι, εννοείται με τον όρο «Φιλοσοφία» - την αγάπη της σοφίας. Η αγάπη της αλήθειας είναι σύμφυτη με την αγάπη του αγαθού: και υπερισχύοντας κάθε επιθυμίας της ψυχής, εξαγνίζοντάς την και ταυτίζοντάς την με το θείο, κυβερνώντας έτσι κάθε πράξη του ατόμου, εξυψώνει τον άνθρωπο σε συμμετοχή και κοινωνία με το Θείο και τον αποκαθιστά στην ομοίωσή του προς τον Θεό. Στον « Θεαίτητο» λέει ο Πλάτωνας:

«Αυτή η έξαρση συνίσταται στην εξομοίωση προς τον Θεό και αυτή η εξομοίωση έχει ως συνέπεια το να γίνει κανείς δίκαιος και σοφός»

Βάση αυτής της ταύτισης πάντα θεωρείται ότι είναι η προΰπαρξη του Πνεύματος ή του Νου. Στην αλληγορία του με την άμαξα και τα φτερωτά άλογα, που αναφέρεται στον «Φαίδρο», αναφέρει την ψυχική φύση ως σύνθετη ή διττή: συνίσταται δηλαδή από τον «θυμό» ή τις επιθυμίες που δημιουργούνται από την ουσία του κόσμου των φαινομένων και από το «θυμοειδές» η ουσία του οποίου συνδέεται με τον αιώνιο κόσμο. Η παρούσα, επίγεια ζωή είναι πτώση και τιμωρία. Η Ψυχή κατοικεί στον «τάφο που ονομάζουμε σώμα» και στην ενσωματωμένη της κατάσταση και, πριν να δεχτεί συστηματική εκπαίδευση, το νοητικό ή πνευματικό στοιχείο είναι «αποκοιμισμένο». Έτσι, η ζωή είναι μάλλον όνειρο, παρά πραγματικότητα. Σαν τους έγκλειστους στο υπόγειο σπήλαιο, όπως περιγράφεται στην «Πολιτεία», που δεν αντικρίζουν το φως, διακρίνουμε μόνο τη σκιά των πραγμάτων και νομίζουμε ότι είναι η αληθινή πραγματικότητα. Δεν είναι αυτή η ιδέα του Μάγια ή η ψευδαίσθηση των αισθήσεων στη φυσική ζωή, που αποτελεί τόσο τονισμένο χαρακτηριστικό της Ινδικής φιλοσοφίας; Όμως, αυτές οι σκιές, αν δεν έχουμε εξ ολοκλήρου αφήσει τον εαυτό μας έρμαιο των αισθήσεων, αφυπνίζουν μέσα μας την ανάμνηση του ανώτερου κόσμου όπου κάποτε κατοικούσαμε.

«Το εσωτερικό πνεύμα διατηρεί κάποια θολή και σκιώδη ανάμνηση της προ γεννήσεως κατάστασης ευδαιμονίας και ενστικτώδη και προκαταβολική λαχτάρα για την επιστροφή του».

Εναπόκειται στο σύστημα της φιλοσοφίας να απελευθερώσει την Ψυχή από τα δεσμά των αισθήσεων και να την εξυψώσει στο «εμπύρειο» (στην ανώτατη σφαίρα) της καθαρής σκέψης, στη θέαση της αιώνιας αλήθειας, του «αγαθού» και του «καλού» (ωραίου), ενώνοντάς την, έτσι, με το Πνεύμα.

«Η ψυχή δεν μπορεί ποτέ να λάβει το ανθρώπινο σχήμα αν δεν έχει δει ποτέ την αλήθεια. Είναι μια ανάμνηση εκείνων που είδε η ψυχή μας προηγουμένως, όταν ταξίδευε με το Θείο, περιφρονώντας όσα λέμε τώρα ότι υπάρχουν και προσβλέποντας στο όντως Ον. Έτσι, ο νους, το πνεύμα μόνο του Φιλοσόφου ( ή του μαθητή της ανώτερης αλήθειας ) διαθέτει φτερά, διότι μόνον αυτός, όσο μπορεί πιο καλά, τα συγκρατεί στο μυαλό του, ενώ η θεώρησή του καθιστά θεία ακόμα και τη Θεότητα. Ορθά χειριζόμενος αυτές τις αναμνήσεις της πρότερης ζωής, συνεχώς τελειοποιούμενος στα τέλεια μυστήρια, ο άνθρωπος πραγματικά γίνεται τέλειος – ένας μύστης στη θεία σοφία».

Η φιλοσοφία του Πλάτωνα, μας βεβαιώνει ο Πορφύριος της Νέο-Πλατωνικής Σχολής, διδασκόταν και αποτυπώθηκε στα «ΜΥΣΤΗΡΙΑ».[xi] Πολλοί το έχουν αμφισβητήσει ή το έχουν αρνηθεί. Ο Λόμπεκ, στο «Αγλαόφημος», έφτασε στο ακραίο σημείο να παρουσιάσει τις ιερές εορτές ως κάτι περισσότερο από κενές παραστάσεις που αποσκοπούσαν στο να αιχμαλωτίζουν τη φαντασία. Λες και η Αθήνα και η Ελλάδα θα επανέρχονταν στην Ελευσίνα επί 20 αιώνες και πλέον ανά πενταετία για να παρακολουθήσουν μια καθαρά θρησκευτική φάρσα! Ο Αυγουστίνος, ο Επίσκοπος του Χίππο (Hippo), έχει κατακεραυνώσει τέτοιους ισχυρισμούς. Διακηρύσσει ότι οι διδασκαλίες των Αλεξανδρινών Πλατωνικών ήταν οι αυθεντικές Εσωτερικές διδασκαλίες των πρώτων οπαδών του Πλάτωνα, και θεωρεί τον Πλωτίνο ως μετενσάρκωση του Πλάτωνα. Εξηγεί, επίσης, τα κίνητρα του μεγάλου φιλοσόφου ως προς την απόκρυψη του εσωτερικού νοήματος της διδασκαλίας του.

Έτσι μπορούμε να καταλάβουμε γιατί οι σημαντικότερες τελετές των Μυστηρίων διεξάγονταν πάντα τη νύχτα. Η ζωή του εσωτερικού Πνεύματος είναι ο θάνατος της εξωτερικής φύσης, η δε νύχτα του φυσικού κόσμου υποδηλώνει την ημέρα του πνευματικού. Γι’ αυτό ο Διόνυσος, ο ήλιος της νύχτας, λατρεύεται περισσότερο από τον Ήλιο, που περιζώνει την ημέρα. Στα Μυστήρια συμβολιζόταν η προϋπάρχουσα κατάσταση του Πνεύματος και της Ψυχής καθώς και η πτώση της τελευταίας σε επίγεια ζωή και στον Άδη, οι δυστυχίες αυτής της ζωής, ο εξαγνισμός της Ψυχής και η αποκατάστασή της στη θεία μακαριότητα ή στην επανένωση με το Πνεύμα. Ο Θέων ο Σμυρναίος σωστά συγκρίνει το φιλοσοφικό σύστημα προς τις μυστικιστικές τελετουργίες και οι απόψεις του συνοψίζονται από τον Τέηλορ ως εξής:

«Η φιλοσοφία μπορεί να αποκληθεί μύηση στα αληθώς απόκρυφα και διδασκαλία στα γνήσια Μυστήρια. Πέντε είναι τα μέρη αυτής της μύησης : α) ο προηγηθείς εξαγνισμός β) η άδεια εισόδου για συμμετοχή στις απόκρυφες τελετές γ) η εποπτική αποκάλυψη δ) η τελετή ανάληψης καθηκόντων ή ενθρόνιση ε) η πέμπτη που προκύπτει από όλες τις προηγούμενες δηλαδή η εξοικείωση και εσωτερική κοινωνία με τον Θεό και η απόλαυση αυτής της ευδαιμονίας που προέρχεται από την ενδόμυχη συνομιλία με θεία όντα… Ο Πλάτων αποκαλεί «εποπτεία» ή προσωπική άποψη την απόλυτη θέαση πραγμάτων που διαισθητικά γίνονται αντιληπτά, απόλυτες αλήθειες και ιδέες. Επίσης, θεωρεί το δέσιμο της κεφαλής και τη στέψη ως το ανάλογο της εξουσίας που δέχεται κανείς από τους δασκάλους του για να οδηγήσει άλλους στην ίδια θέαση. Η πέμπτη βαθμίδα προξενεί την τελειότερη ευδαιμονία και σύμφωνα με τον Πλάτωνα ταύτιση με το θείο, όσο αυτό είναι εφικτό στα ανθρώπινα όντα».[xii]

Αυτός είναι ο Πλατωνισμός. «Από τον Πλάτωνα», λέει ο Ραλφ Γουώλντο Έμερσον, «προέρχεται, ακόμα και σήμερα, οτιδήποτε γράφεται και συζητείται από τους σκεπτόμενους ανθρώπους. Αφομοίωσε όλες τις γνώσεις της εποχής του – της Ελλάδας από τον Φιλόλαο μέχρι τον Σωκράτη, του Πυθαγόρα όταν έζησε στην Ιταλία, εν συνεχεία όσες μπόρεσε να αποκτήσει από την Αίγυπτο και την Ανατολή. Ήταν τόσο ευρύς, ώστε όλη η φιλοσοφία, η Ευρωπαϊκή και Ασιατική, περιλαμβανόταν στη διδασκαλία του, ενώ στην καλλιέργεια και τον στοχασμό πρόσθεσε τη φύση και τις ιδιότητες του ποιητή».

Οι οπαδοί του Πλάτωνα, γενικώς, ήταν αυστηρά προσκολλημένοι στις ψυχολογικές του θεωρίες. Αρκετοί, όμως, όπως ο Ξενοκράτης, απετόλμησαν τολμηρότερες θεωρήσεις. Ο Σπεύσιππος, ανηψιός και διάδοχος του μεγάλου φιλοσόφου, υπήρξε ο συγγραφέας της Αριθμητικής Ανάλυσης, μιας θεωρίας πάνω στους Πυθαγόρειους Αριθμούς. Μερικές από τις θεωρίες του δεν βρίσκονται στους γραπτούς Διαλόγους αλλά καθώς ήταν ακροατής των ομιλιών του Πλάτωνα, σύμφωνα με την αναμφισβήτητα σωστή γνώμη του Ένφιλντ, δεν διέφερε από τον Δάσκαλό του. Αν και δεν κατονομάζεται, ήταν, προφανώς, ο ανταγωνιστής τον οποίον επέκρινε ο Αριστοτέλης όταν ανέφερε την αντίρρηση του Πλάτωνα στη διδασκαλία του Πυθαγόρα, ότι όλα τα πράγματα ήσαν, ουσιαστικά, αριθμοί ή μάλλον αναπόσπαστα δεμένα με την ιδέα των αριθμών. Ιδιαίτερα προσπάθησε να καταδείξει ότι η Πλατωνική διδασκαλία των Ιδεών διέφερε ουσιαστικά από την Πυθαγόρεια κατά το ότι προϋπέθετε πως οι αριθμοί και τα μεγέθη υφίσταντο ανεξαρτήτως των πραγμάτων. Επίσης, ισχυριζόταν ότι ο Πλάτωνας δίδαξε πως δεν ήταν δυνατό να υπάρχει αληθής γνώση, εάν το αντικείμενο αυτής της γνώσης δεν μεταφερόταν πέρα και πάνω από το αισθητό.

Όμως, ο Αριστοτέλης δεν ήταν αξιόπιστος μάρτυρας. Διαστρέβλωσε τον Πλάτωνα και, σχεδόν, γελοιοποίησε τον Πυθαγόρα. Υπάρχει ένας ερμηνευτικός κανόνας που πρέπει να μας οδηγεί όταν εξετάζουμε κάθε φιλοσοφική γνώμη: «Ο ανθρώπινος νους, υπό το κράτος της αναγκαστικής λειτουργίας των νόμων που τον διέπουν, έχει υποχρεωθεί να καλλιεργεί τις ίδιες βασικές ιδέες και η ανθρώπινη καρδιά να νοιώθει τα ίδια συναισθήματα σε όλες τις εποχές».

Είναι βέβαιο ότι ο Πυθαγόρας προκάλεσε τη βαθύτερη πνευματική σύμπνοια της εποχής του και ότι η διδασκαλία του άσκησε ισχυρή επιρροή στη σκέψη του Πλάτωνα. Η κεφαλαιώδης ιδέα του ήταν ότι υφίστατο μια σταθερή αρχή ενότητας κάτω από τις μορφές, τις μεταβολές και άλλα κοσμικά φαινόμενα. Ο Αριστοτέλης βεβαιώνει πως δίδασκε ότι «οι αριθμοί είναι οι πρώτες αρχές όλων των οντοτήτων». Ο Ρίτερ έχει διατυπώσει την άποψη ότι η μέθοδος του Πυθαγόρα θα έπρεπε να εκληφθεί συμβολικά, πράγμα που είναι απολύτως σωστό. Ο Αριστοτέλης προχωρεί συσχετίζοντας αυτούς τους αριθμούς με τις «μορφές» και τις «ιδέες» του Πλάτωνα. Ακόμα, διακηρύσσει ότι ο Πλάτωνας είπε: ότι «τα είδη είναι αριθμοί» και ότι «οι ιδέες είναι ουσιαστικές υποστάσεις – όντως όντα». Όμως, ο Πλάτων δεν δίδαξε αυτό. Ισχυριζόταν ότι η τελική αιτία ήταν το Υπέρτατο Αγαθό («το Αγαθόν»).

«Οι ιδέες είναι αντικείμενα καθαρής σύλληψης για την ανθρώπινη λογική και είναι γνωρίσματα της Θείας Αιτίας».[xiii] Ούτε και είπε ποτέ ότι «τα είδη είναι αριθμοί». Αυτό που, πράγματι, είπε, αναφέρεται στον «Τίμαιο»: «Ο Θεός, (ο Κοσμικός Νους), σχημάτισε τα πράγματα έτσι όπως κατά πρώτον εμφανίστηκαν σύμφωνα με είδη και αριθμούς».

Η Σύγχρονη Επιστήμη αναγνωρίζει ότι όλοι οι ανώτεροι νόμοι της Φύσης λαμβάνουν τη μορφή ποσοτικής κατάστασης. Τί άλλο είναι αυτό από μια πληρέστερη ανάπτυξη ή σαφέστερη επιβεβαίωση της Πυθαγόρειας διδασκαλίας; Οι αριθμοί εθεωρούντο οι καλύτεροι αντιπρόσωποι των νόμων της αρμονίας που διέπει τον Κόσμο. Στη Χημεία η διδασκαλία του ατόμου και οι νόμοι των ενώσεων είναι στην πραγματικότητα αυθαίρετα προσδιορισμένα με αριθμούς. Όπως το έχει διατυπώσει ο κ. Γ. Άρτσερ Μπάτλερ:

«Ο κόσμος είναι, λοιπόν, σε όλα τα τμήματά του, μια ζώσα αριθμητική εν εξελίξει, μια πραγματοποιημένη γεωμετρία εν αναπαύσει».

Το κλειδί στην Πυθαγόρεια θεωρία είναι η γενική στερεότυπη διατύπωση της ενότητας στην πολλαπλότητα, όπου το Ένα εξελίσσει τα πολλά και διέπει τα πολλά. Αυτή, με λίγα λόγια, είναι η αρχαία θεωρία της απορροής. Ακόμα και ο Απόστολος Παύλος τη δέχτηκε ως ορθή: «Εξ αυτού και δι’ αυτού. Και εις αυτό τα πάντα». –Από αυτόν και μέσω αυτού και γι’ αυτόν υπάρχουν όλα – αν και η αντωνυμία «αυτόν/αυτού» δύσκολα θα μπορούσε να έχει χρησιμοποιηθεί σε σχέση με τον Συμπαντικό Νου από έναν Μύστη – έναν «Πρωτομάστορα».

Οι μεγαλύτεροι αρχαίοι φιλόσοφοι κατηγορούνται για ρηχή και επιπόλαιη γνώση ως προς τις λεπτομέρειες εκείνες των θετικών επιστημών για τις οποίες οι σύγχρονοι τόσο πολύ υπερηφανεύονται. Φυσικά, και ο Πλάτωνας δεν θα μπορούσε να αποφύγει την κοινή μοίρα. Εντούτοις, οι σύγχρονοι επικριτές του θα έπρεπε να μην ξεχνούν ότι ο αδελφικός όρκος του μύστη κατά τα Μυστήρια τον εμπόδιζε να μεταδίδει τη γνώση του προς τον κόσμο με τόσο πολλά απλά λόγια. Όπως γράφει ο Σαμπόλιον:

«Ήταν το όνειρο της ζωής του (του Πλάτωνα) να γράψει ένα έργο και να καταχωρήσει σε αυτό, ολοκληρωμένα, τη διδασκαλία των Αιγυπτίων ιεροφαντών. Συχνά το ανέφερε, όμως, βρέθηκε αναγκασμένος να μην το πραγματοποιήσει εξαιτίας του αυστηρού όρκου».

Ο Πλάτωνας θεωρείται από τους διάφορους σχολιαστές του ως απολύτως αδαής ως προς την ανατομία και τις λειτουργίες του ανθρωπίνου σώματος. Θεωρείται ότι δεν γνώριζε τίποτα σχετικά με τη λειτουργία των νεύρων που μεταβιβάζουν ερεθίσματα και ότι δεν είχε τίποτα καλύτερο να προσφέρει από ανωφελείς εικασίες αναφορικά με φυσιολογικά θέματα. Απλώς έχει γενικεύσει τις διαιρέσεις του ανθρώπινου σώματος, λένε, και δεν έδωσε τίποτα που να μας θυμίζει ανατομικά στοιχεία. Όσο για τις απόψεις του πάνω στον ανθρώπινο σκελετό, έτσι όπως ο Μικρόκοσμος στη σκέψη του ήταν το είδωλο του Μακρόκοσμου σε μικρογραφία, ήσαν υπερβολικά υπερβατικές για να τύχουν της ελάχιστης προσοχής των θετικών και υλιστών σκεπτικιστών της εποχής μας. Η ιδέα πως αυτός ο σκελετός αποτελείται από τρίγωνα, όπως και το σύμπαν, μοιάζει εξαιρετικά αστεία σε πολλούς από τους μεταφραστές του. Μοναδική εξαίρεση ανάμεσά τους ο καθηγητής Τζόγουετ, στην εισαγωγή του για τον «Τίμαιο», παρατηρεί έντιμα πως ο σύγχρονος φυσικός φιλόσοφος

«με δυσκολία πιστεύει ότι,‘τα οστά του πεθαμένου’, είναι η αιτία που συνέβαλε στη δική του ανώτερη γνώση»[xiv]
ξεχνώντας πόσο η πάλαι ποτέ Μεταφυσική έχει βοηθήσει τις «φυσικές Επιστήμες» του σήμερα. Εάν, αντί να κατηγορούμε την ανεπάρκεια και, ενίοτε, την απουσία αυστηρών επιστημονικών όρων και ορισμών στα κείμενα του Πλάτωνα, τα αναλύσουμε επισταμένως, θα διαπιστώσουμε ότι και μόνο ο «Τίμαιος» θα βρεθεί να περιέχει, στην περιορισμένη του έκταση, τα σπέρματα κάθε νέας ανακάλυψης. Η κυκλοφορία του αίματος και ο νόμος της βαρύτητας αναφέρονται σαφώς, αν και το πρώτο δεν καθορίζεται τόσο ξεκάθαρα ώστε να αντέχει τις επαναλαμβανόμενες επιθέσεις της Σύγχρονης Επιστήμης. Γιατί, κατά τον Τζόγουετ, η συγκεκριμένη ανακάλυψη ότι το αίμα εκπηγάζει από τη μια κοιλία της καρδιάς μέσω των αρτηριών και επιστρέφει στην άλλη μέσω των φλεβών, του ήταν άγνωστη, αν και ο Πλάτωνας γνώριζε πολύ καλά «ότι το αίμα είναι υγρό σε διαρκή κίνηση».

Η μέθοδος του Πλάτωνα ήταν το να κατέρχεται από τα συμπαντικά στα ειδικά, όπως η επαγωγική μέθοδος της Γεωμετρίας. Η Σύγχρονη Επιστήμη μάταια ψάχνει μια Πρώτη Αιτία στη μετάθεση των μορίων. Ο Πλάτωνας, όμως, την αναζήτησε και τη βρήκε στην εξαίσια κυκλοτερή κίνηση των κόσμων. Γι’ αυτόν ήταν αρκετή η γνώση του μεγάλου σχεδίου της δημιουργίας και το να μπορεί να ανιχνεύει τις πιο ισχυρές κινήσεις του Σύμπαντος μέσω των μεταβολών τους προς τις πρωταρχικές αρχές τους. Οι ασήμαντες λεπτομέρειες, η παρατήρηση και η ταξινόμηση των οποίων τόσο έχουν καταπονήσει και καταδείξει την υπομονή των σύγχρονων Επιστημόνων, απασχολούσε ελάχιστα την προσοχή των αρχαίων Φιλοσόφων. Έτσι, ενώ ένα Εγγλεζάκι της πέμπτης τάξης μπορεί να μοιάζει πιο πολύ καταρτισμένο φλυαρώντας πάνω σε μικροζητήματα της Φυσικής Επιστήμης απ’ ό,τι ο Πλάτων, όμως, εκ παραλλήλου, ακόμα και ο πιο αδιάφορος μαθητής του Πλάτωνα θα μπορούσε να πει περισσότερα πάνω στους μεγάλους κοσμικούς νόμους και τις αλληλοεπιδράσεις τους και θα μπορούσε να δείξει μεγαλύτερη εξοικείωση αλλά και έλεγχο πάνω στις Απόκρυφες Δυνάμεις που βρίσκονται πίσω τους, από τον πλέον καταρτισμένο καθηγητή στην πιο διακεκριμένη Ακαδημία του καιρού μας.
Αυτό το γεγονός, που ελάχιστα έχει εκτιμηθεί και ελάχιστα έχει απασχολήσει τους μεταφραστές του Πλάτωνα, εξηγεί τον αυτοέπαινο στον οποίον εμείς οι σύγχρονοι επιδιδόμαστε εις βάρος αυτού του φιλοσόφου και των ομοίων του. Τα υποτιθέμενα λάθη τους τόσο στην Ανατομία όσο και στη Φυσιολογία μεγαλοποιούνται σε υπέρμετρο βαθμό για να ικανοποιηθεί η αυταρέσκειά μας, μέχρι που, θεωρώντας ανώτερη τη δική μας κατάρτιση, χάνουμε το πνευματικό μεγαλείο που κοσμεί το παρελθόν. Μοιάζει σαν να έπρεπε κανείς, στη φαντασία του, να μεγεθύνει τις ηλιακές κηλίδες μέχρι να πιστέψει, πράγματι, ότι το φωτεινό σώμα υφίσταται ολική έκλειψη.

Η συνολική κατηγορία ότι οι αρχαίοι φιλόσοφοι απλώς γενίκευαν και ότι δεν συστηματοποίησαν τίποτα στην πράξη, δεν αποδεικνύει την «άγνοιά» τους και, κυρίως, είναι αναληθές. Κάθε Επιστήμη, μετά την αποκάλυψή της στις απαρχές του χρόνου από έναν θείο Δάσκαλο, έγινε ιερή και επομένως μετείχαν σε αυτήν μόνο κατά τη διάρκεια των Μυητικών Μυστηρίων. Γι’ αυτό κανένας μυημένος φιλόσοφος – όπως και ο Πλάτωνας - δεν είχε δικαίωμα να την αποκαλύψει. Μόλις θεωρήσει κανείς αυτό ως δεδομένο τότε η υποτιθέμενη «άγνοια» των αρχαίων σοφών και μερικών μυημένων κλασικών συγγραφέων εξηγείται αυτομάτως. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και μια ορθή γενίκευση είναι χρησιμότερη από οποιοδήποτε σύστημα θετικών Επιστημών που απλώς και μόνο ολοκληρώνεται χάρη σε έναν αριθμό «υποθέσεων εργασίας» και εικασιών. Το πρακτικά ανώφελο από την περισσότερη σύγχρονη επιστημονική έρευνα μαρτυρείται με το γεγονός ότι ενώ οι επιστήμονές μας διαθέτουν μια ονομασία για τα πιο τετριμμένα άτομα ορυκτών, φυτών, ζώων και του ανθρώπου, ακόμα και οι πιο φωτισμένοι από αυτούς δεν μπορούν να μας πουν τίποτα το συγκεκριμένο για τη Ζωτική Δύναμη που προκαλεί τις μεταβολές στα διαφορετικά αυτά βασίλεια. Δεν χρειάζεται να ψάξει κανείς παρά μόνο στα έργα των μεγαλύτερων επιστημονικών αυθεντιών μας προς επιβεβαίωση αυτής της σκέψης.

Όμως, χρειάζεται εξίσου μεγάλο ηθικό θάρρος σε κάποιον που κατέχει εξέχουσα επαγγελματική θέση ώστε να μην αδικήσει τους αρχαίους για τα επιτεύγματά τους, ενώπιον του δημόσιου αισθήματος που δεν επιθυμεί τίποτα άλλο από τον υποβιβασμό τους. Όταν συναντούμε μια τέτοια περίπτωση με χαρά της αποδίδουμε εύσημα. Τέτοιος μελετητής είναι ο καθηγητής Τζόγουετ, Διευθύνων του Κολεγίου Μπάλιολ και Επίτιμος Καθηγητής των Ελληνικών στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, ο οποίος στη μετάφρασή του των κειμένων του Πλάτωνα, μιλώντας για την «φυσική φιλοσοφία των αρχαίων συνολικά» τους αναγνωρίζει τα εξής:

  1. «Ότι η θεωρία για το νεφέλιο του οφθαλμού (θολερότης του κερατοειδούς) ήταν το «πιστεύω» των πρώτων ιατρών». Επομένως, δεν θα μπορούσε να στηρίζεται, όπως λέει ο Ντρέιπερ[xv], στην τηλεσκοπική ανακάλυψη που έκανε ο Χέρσελ.
  2. «Ότι η εξέλιξη των ζώων από τα αμφίβια που βγήκαν στην ξηρά και του ανθρώπου από τα ζώα είχε διατυπωθεί από τον Αναξιμένη κατά τον 6ο αι. π.Χ.». Ο καθηγητής Τζόγουετ θα μπορούσε να έχει προσθέσει ότι αυτή η θεωρία προηγείτο χρονικά του Αναξιμένη κατά πολλές χιλιάδες χρόνια αφού ήταν παραδεδεγμένη από τους Χαλδαίους, που την δίδασκαν εξωτερικά, όπως π.χ. στους κυλίνδρους και τις πλάκες τους και εσωτερικά στους ναούς του Εα και του Νέμπο –του Θεού και προφήτη ή του αποκαλύψαντος τη Μυστική Διδασκαλία.[xvi] Όμως, και στις δύο περιπτώσεις αυτές οι απόψεις είναι άκριτες. Αυτό που ο Αναξιμένης – ο μαθητής του Αναξίμανδρου που και ο ίδιος ήταν φίλος και μαθητής του Θαλή του Μιλήσιου, του επί κεφαλής των «Επτά Σοφών», κατά συνέπεια Μύστης, όπως και αυτοί οι δύο Δάσκαλοι – αυτό, λοιπόν, που ο Αναξιμένης ονόμαζε «ζώα» ήταν κάτι διαφορετικό από τα ζώα της σύγχρονης Δαρβινικής θεωρίας. Πράγματι, οι αετο-κέφαλοι άνθρωποι και τα παντοειδή ζώα που έχουν ανθρώπινες κεφαλές μπορεί να υποδεικνύουν δύο δρόμους: την προέλευση – κάθοδο του ανθρώπου από τα ζώα και την προέλευση των ζώων από τον άνθρωπο όπως λέει η Εσωτερική Διδασκαλία. Σε κάθε περίπτωση, ακόμα και οι πιο σημαντικές σημερινές θεωρίες αποδεικνύονται ότι δεν προέρχονται από τη Δαρβινική θεωρία.
  3. Ο καθηγητής Τζόγουετ συνεχίζει καταδεικνύοντας «ότι, ακόμα και κατά τον Φιλόλαο και τους πρώτους Πυθαγόρειους, η γη εθεωρείτο ένα σώμα σαν τα άλλα αστέρια που περιφέρονται στο διάστημα». Έτσι, ο Γαλιλαίος - μελετώντας κάποια Πυθαγόρεια αποσπάσματα που, κατά τον Ρόιχλιν, ακόμα υπήρχαν την εποχή του Φλωρεντινού μαθηματικού,[xvii] και, όντας εξοικειωμένος με τις διδασκαλίες των αρχαίων φιλοσόφων – απλώς και μόνο επιβεβαίωσε μια αστρονομική διδασκαλία που κυριαρχούσε στην Ινδία κατά την απώτατη αρχαιότητα.
  4. Οι αρχαίοι «πίστευαν ότι τα φυτά διεκρίνοντο κατά το φύλο όπως ακριβώς και τα ζώα». Έτσι, οι σύγχρονοί μας φυσιοδίφες δεν είχαν παρά να ακολουθήσουν τα βήματα των προγενεστέρων τους.
  5. «Ότι οι μουσικές νότες εξαρτώνταν από το σχετικό μήκος ή το τέντωμα των χορδών από τις οποίες παράγονταν και ότι εμετρώντο με αριθμητικές αναλογίες.».
  6. «Ότι μαθηματικοί νόμοι ίσχυαν στον κόσμο και ότι ακόμα και ποιοτικές διαφοροποιήσεις εθεωρούντο ως πηγάζουσες από τους αριθμούς».
  7. «Ότι η εκμηδένιση της ύλης δεν ήταν αποδεκτή από αυτούς και εθεωρείτο σαν μετασχηματισμός και μόνο». Αν και κάποια από αυτές τις ανακαλύψεις έχει θεωρηθεί ίσως τυχαία, προσθέτει ο καθηγητής Τζόγουετ, δεν μπορούμε καθόλου να τις αποδώσουμε όλες σε απλές συμπτώσεις». Δεν πρέπει να σκεφτόμαστε έτσι, γιατί απ’ ό,τι λέει σε άλλα σημεία ο καθηγητής μας δίνει απόλυτο δικαίωμα να πιστέψουμε ότι ο Πλάτωνας καταδεικνύει (όπως πράγματι κάνει) στον «Τίμαιο» τη γνώση του για το άφθαρτο της Ύλης, για τη διατήρηση της ενέργειας και τον συσχετισμό των δυνάμεων. Λέει ο Δόκτωρ Τζόγουετ:
    «Η τελευταία λέξη της σύγχρονης φιλοσοφίας είναι η συνέχεια και η εξέλιξη αλλά για τον Πλάτωνα αυτό αποτελεί την απαρχή και τη βάση της Επιστήμης».[xviii]

Εν ολίγοις την Πλατωνική Φιλοσοφία διείπε τάξη, σύστημα και αναλογία. Συμπεριλάμβανε την εξέλιξη των κόσμων και των ειδών, τον συσχετισμό και τη διατήρηση της ενέργειας, τη μεταλλαγή της υλικής μορφής, το άφθαρτο της Ύλης και του Πνεύματος. Η θέση των Πλατωνικών ως προς το τελευταίο ήταν πολύ πιο προχωρημένη από εκείνη της Σύγχρονης Επιστήμης και συνέδεε το τόξο του φιλοσοφικού τους συστήματος με ένα θεμέλιο τέλειο μαζί και αμετακίνητο.

Τελικά, λίγοι είναι αυτοί που θα αρνηθούν ότι οι απόψεις του Πλάτωνα έχουν ασκήσει τεράστια επιρροή στη διαμόρφωση και αποδοχή του Χριστιανικού δόγματος. Όμως, οι απόψεις του Πλάτωνα συνέπιπταν με αυτές των Μυστηρίων. Οι φιλοσοφικές διδασκαλίες που διεξάγονταν εκεί ήταν η γόνιμη πηγή από την οποία ξεπήδησαν όλες οι παλαιές εξωτερικές θρησκείες, περιλαμβανομένης της Παλαιάς και, εν μέρει και της Καινής Διαθήκης, που ανήκουν στις πιο προωθημένες απόψεις περί ηθικής και θρησκευτικής «αποκαλύψεως». Ενώ η κυριολεκτική σημασία εγκαταλείφθηκε στο φανατισμό των τυφλών, χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων, οι ανώτερες τάξεις, η πλειοψηφία των οποίων αποτελείτο από Μυημένους, εξακολουθούσαν ακατάπαυστα τη μελέτη τους στην απόλυτη ησυχία των ναών καθώς επίσης και τη λατρεία τους προς τον Ένα Ουράνιο Θεό.

Τις σκέψεις του Πλάτωνα πάνω στη δημιουργία των πρωταρχικών ανθρώπων όπως εκτίθενται στο «Συμπόσιο» και το κείμενο για την Κοσμογονία στον «Τίμαιο» πρέπει να εκληφθούν αλληγορικά, εάν κατ’ αρχή τις αποδεχτούμε. Ακριβώς αυτή την κρυμμένη Πυθαγόρεια έννοια στον «Τίμαιο, Κρατύλο και Παρμενίδη» αλλά και σε άλλες τριλογίες και διαλόγους είναι που επιχείρησαν οι Νέο-Πλατωνικοί να αναπτύξουν, όσο τους το επέτρεπε ο θεουργικός όρκος της μυστικότητας. Το Πυθαγόρειο δόγμα ότι ο Θεός είναι ο Συμπαντικός Νους ο διάχυτος στα πάντα, καθώς και το δόγμα της αθανασίας της ψυχής είναι τα κύρια γνωρίσματα αυτών των, φαινομενικά, ασυμβίβαστων διδασκαλιών. Η ευσέβεια του Πλάτωνα και ο μεγάλος σεβασμός που έτρεφε για τα Μυστήρια είναι βασική αιτία ένεκα της οποίας δεν θα επέτρεπε στην αδιακρισία του να υπερνικήσει τη βαθιά αίσθηση ευθύνης που διακατέχει κάθε Αντέπτ. «Συνεχώς τελειοποιούμενος μέσω των τελείων Μυστηρίων, ο άνθρωπος μόνο με αυτά γίνεται πράγματι τέλειος», λέει στον «Φαίδρο».[xix]

Δεν έκρυβε καθόλου τη δυσαρέσκεια του για το ότι τα Μυστήρια είχαν γίνει λιγότερο απόκρυφα από πριν . Αντί να βεβηλώνει την ιερότητά τους καθιστώντας τα προσιτά στους «πολλούς», προτιμούσε να τα διαφυλάσσει με αξιοζήλευτη φροντίδα μακριά από όλους, εκτός από τους πιο σοβαρούς και άξιους μαθητές του.[xx] Ενώ αναφέρει τους Θεούς σε κάθε σελίδα, ο «Πανθεϊστικός Μονισμός» του είναι αδιαμφισβήτητος γιατί όλο το νήμα της συζήτησής του δείχνει ότι με τον όρο «Θεοί» εννοεί μια τάξη όντων πολύ κατώτερη ιεραρχικά από τη Μία Θεότητα και μόλις μια βαθμίδα ανώτερη από τον εξωτερικό άνθρωπο. Ακόμα και ο Γιοζέφους το διέκρινε και το αναγνώρισε παρά τη φυσική προκατάληψη της φυλής του. Στην περίφημη επίθεσή του προς τον «Apion» λέει ο ιστορικός :

«Όμως, εκείνοι εκ των Ελλήνων που φιλοσοφούσαν κατά τις επιταγές της αλήθειας δεν αγνοούσαν τίποτα…ούτε και παρέλειπαν να διακρίνουν την ανούσια επιπολαιότητα των μυθικών αλληγοριών και γι’ αυτό δικαιολογημένα δεν τους άρεσαν… Έτσι και ο Πλάτωνας εξωθούμενος απ’ αυτό λέει ότι δεν είναι απαραίτητο να γίνει δεκτός οποιοσδήποτε από τους άλλους ποιητές και με ήπιο τρόπο απορρίπτει τον Όμηρο, αφού τον έχει πρώτα εκθειάσει, για να μην καταστρέψει με τους μύθους του την ορθόδοξη πίστη προς τη Μία Θεότητα».[xxi]


[i] Βλέπε “Manava Dharma Shastra” (Οι Νόμοι του Μάνου), i, 5, 6, 7, 8 και ακολούθως

[ii] Κάθε μαθητής της Θεοσοφίας θα αναγνωρίσει σε αυτές τις τρεις συνεχόμενες απορροές τους «τρεις Λόγους της Μυστικής Διδασκαλίας και το Θεοσοφικό Σχέδιο»

[iii] Σύγκρινε Μάνου, IV 125

[iv] Σύγκρινε Μάνου, IV 125 και άλλες Σλόκα

[v] Κόκερ, «Χριστιανισμός και Ελληνική Φιλοσοφία», Κεφ. 11, 377

[vi] Αυτός ο ‘Θεός’ είναι ο Παγκόσμιος Νους, Αλάγια, η πηγή από την οποία έχει προέλθει ο εντός μας ‘Θεός’

[vii] Σύγκρινε στον Τίμαιο, σ.97

[viii] Βλέπε ‘Εξηγήσεις του Μούβερ’, σ.268

[ix] Ο Πυθαγόρας γεννήθηκε το 580 π.Χ. και ο Πλάτωνας το 430 π.Χ.

[x] Η Ινδία στην Ελλάδα, εισαγωγή, σ.9

[xi] «Οι κατηγορίες για αθεΐα, εισαγωγή «καινών δαιμονίων» και διαφθορά της Αθηναϊκής νεολαίας που διατυπώθηκαν κατά του Σωκράτη, δικαιολογούσαν απόλυτα την εκ μέρους του Πλάτωνα κάλυψη των απόκρυφων κηρυγμάτων της διδασκαλίας του. Χωρίς αμφιβολία, το ιδιότυπο λεκτικό ή «φρασεολογία» των αλχημιστών χρησιμοποιήθηκε για παρόμοιο σκοπό. Οι υπόγειες φυλακές, το στρεβλωτήριο και τα καταναγκαστικά έργα χρησιμοποιούνταν ανενδοίαστα από τους Χριστιανούς κάθε απόχρωσης, ιδιαίτερα τους Ρωμαιοκαθολικούς, ενάντια σε όποιους δίδασκαν ακόμα και φυσικές επιστήμες αντίθετες προς τις θεωρίες που πρέσβευε η Εκκλησία. Ο Πάπας Γρηγόριος ο Μέγας απαγόρευσε ακόμα και τη χρήση των Λατινικών ως ειδωλολατρικής γλώσσας . Η κατηγορία εις βάρος του Σωκράτη συνίστατο στο ότι αποκάλυψε στους μαθητές του την ως προς τους Θεούς απόκρυφη διδασκαλία που διδασκόταν στα Μυστήρια και αυτό ήταν έγκλημα συνεπαγόμενο καταδίκη σε θάνατο. Κατηγορήθηκε, επίσης, από τον Αριστοφάνη ότι εισήγαγε τον νέο θεό ΔΙΝΟΣ (είναι η Δίνη του Αιθέρα και αναφέρεται στις Νεφέλες) στη δημοκρατία ως δημιουργό ή τεχνουργό και κύριο του ηλιακού σύμπαντος. Το Ηλιοκεντρικό σύστημα περιλαμβανόταν, επίσης, στη διδασκαλία των Μυστηρίων εξ ου και, όταν ο Αρίσταρχος, ο Πυθαγόρειος το δίδαξε δημοσίως, ο Κλεάνθης δήλωσε ότι έπρεπε οι Έλληνες να τον έχουν καλέσει σε απολογία και να τον έχουν καταδικάσει για βλασφημία εις βάρος των θεών. Ο Σωκράτης, όμως, ποτέ δεν μυήθηκε και επομένως δεν αποκάλυψε τίποτα στο οποίο να έχει λάβει μέρος.»

[xii] Τόμας Τέϋλορ, ‘Ελευσίνια και Βακχικά Μυστήρια», σ.47
[xiii] «Ιστορία της Φιλοσοφίας» του Κουζέν, ι, 6,9
[xiv] Τζόγουετ, ‘Διάλογοι του Πλάτωνα’, 2, 508
[xv] ‘Σύγκρουση ανάμεσα στη θρησκεία και την επιστήμη’, σ.240
[xvi] «Η Σοφία του Νέμπο του Θεού και Δασκάλου μου, του υπέροχο» αναφέρει ο στίχος 7 στην πρώτη πλάκα που δίνει την περιγραφή της Θεογονίας και της Δημιουργίας.
[xvii] Μερικοί Καβαλιστές λόγιοι ισχυρίζονται ότι οι αρχικές Ελληνικές Πυθαγόρειες προτάσεις του Σέξτου του Εμπειρικού , που τώρα θεωρούνται χαμένες, υπήρχαν εκείνη την εποχή σε κάποιο μοναστήρι της Φλωρεντίας και ότι ο Γαλιλαίος τις γνώριζε. Προσθέτουν, ακόμα, ότι μια πραγματεία για την Αστρονομία, ένα χειρόγραφο του Αρχύτα, άμεσου μαθητή του Πυθαγόρα, όπου ήταν σημειωμένα τα πιο σημαντικά δόγματα της σχολής τους, βρισκόταν στην κατοχή του Γαλιλαίου. Εάν κάποιος Ρούφινος το είχε βρει σίγουρα θα το είχε παραποιήσει, όπως ο Πρεσβύτερος Ρούφινος είχε παραποιήσει τις προαναφερθείσες προτάσεις του Σέξτου, αντικαθιστώντας τες με μια ψευδή εκδοχή, τη συγγραφή της οποίας απέδωσε σε κάποιον Επίσκοπο Σέξτο. Βλέπε Τέηλορ: «Εισαγωγή στην κατά Ιάμβλιχο Ζωή του Πυθαγόρα» σ.17[xviii]

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.