Η Πραγματική Διόραση

Στενογραφημένη έκθεση μιας συνομιλίας του Ρόμπερτ Κρόσμπυ, ΘΕΟΣΟΦΙΑ, Τόμ. 8, Αριθμ.9, Ιούλιος 1920 (Σελίδες 273-277)

 

Από το 1875, οπότε το Θεοσοφικό Κίνημα άρχισε να εκδηλώνεται, ο όρος διόραση έχει γίνει οικείος σε πολλούς ανθρώπους. Κατά την τελευταία περίοδο του προηγούμενου αιώνα και κατά την πρώτη περίοδο του τρέχοντος, έχουν παρατηρηθεί και βιωθεί πολλά είδη διόρασης. Η ίδια η διόραση πέρασε τη δική της παράξενη εξέλιξη και συγκυρίες, όπου τα διάφορα είδη διόρασης σχετίζονταν με ποικίλες βαθμίδες αντίληψης από τις οποίες εντοπιζόταν ο οραματιστής. Δυστυχώς, όλα αυτά τα είδη διόρασης ήταν περιορισμένου εύρους. Δεν ήταν παρά μερική διόραση.

Οι κοινότητες της επιστήμης της ψυχολογίας και των ψυχικών ερευνών ανέλαβαν το καθήκον να ερευνήσουν τί μπορεί ή δεν μπορεί να είναι η δύναμη της διόρασης, ξεκινώντας με τον εγκέφαλο ως βάση ή την απλή φυσική ύπαρξη. Αναζητούν τον λόγο των αποτελεσμάτων που έχουν προκύψει από κρυμμένα αίτια. Συνεπώς, οι έρευνές τους είναι περιορισμένες. Όμως, αυτή καθαυτή η διόραση, όπως και αν παρακολουθείται, μαρτυρεί το γεγονός ότι η δύναμη του να βλέπει, να ακούει, να αισθάνεται, να επικοινωνεί από οποιαδήποτε απόσταση είναι λανθάνουσα στον άνθρωπο. Και δεν είναι περιορισμένη σε κάποιο συγκεκριμένο άτομο αλλά είναι κοινή σε όλη την ανθρωπότητα.

Υπάρχει πραγματική διόραση. Υπάρχει πραγματική σχολή αποκρυφισμού. Υπάρχουν πολλοί κίβδηλοι διορατικοί. Υπάρχουν πολλές ψευδο-σχολές αποκρυφισμού. Όλες έχουν μια ορισμένη κατεύθυνση που θέλγει τον μέσο ανθρώπινο νου – τον νου που επιθυμεί να κερδίσει κάτι για τον εαυτό του όπως τον αντιλαμβάνεται υποκειμενικά. Έτσι, αν η επιθυμία κάποιου που πασχίζει να βρει τη εσωτερική του δύναμη, είναι να αποκτήσει κάτι για τον εαυτό του, η αποκτηθείσα διόραση δεν θα τον οδηγήσει ποτέ σε σωστή κατεύθυνση. Τίποτα δεν παρέχει ορθή κατανόηση της διόρασης και τίποτα δεν μπορεί να εξηγήσει τί τυχόν είναι η πραγματική διόραση εκτός από τη μελέτη της φύσης του ανθρώπου, της φύσης του κόσμου στον οποίον ζει και της φύσης του ηλιακού συστήματος μέσα στο οποίο υπάρχει αυτός ο κόσμος.

Το κλειδί για την πραγματική διόραση έγκειται στην επταδική φύση του ανθρώπου. Υπάρχουν επτά διακριτά επίπεδα συνειδητότητας. Υπάρχουν επτά διακριτές καταστάσεις ύλης, μία από τις οποίες είναι η φυσική. Αυτά τα επτά διακριτά επίπεδα δράσης είναι οι διάφοροι τομείς της ανθρώπινης φύσης, αλλά το ίδιο Ένα είναι που δρα σε κάθε τομέα. Η διόραση, λοιπόν, υπό οιαδήποτε πραγματική έννοια, πρέπει να καταλάβουμε πως είναι η καθαρή όραση σε καθέναν από τους επτά αυτούς τομείς της ανθρώπινης φύσης. Οποιαδήποτε άλλη μερική διόραση μπορεί να αποφέρει ασήμαντα αποτελέσματα και ασήμαντη γνώση.

Πολλοί είναι αυτοί που «κάθονται και περιμένουν την εξέλιξη», που έχουν προσπαθήσει να πετύχουν την κατάσταση την οριζόμενη ως «αστρικό επίπεδο» για να μπορέσουν να δουν και να ακούσουν από απόσταση. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος, όμως, που μπορεί να φανταστεί κανείς, βρίσκεται σε αυτή την κατεύθυνση. Το να βλέπει ή να ακούει κανείς απλώς πράγματα δεν βοηθάει στην κατανόηση της φύσης τους και πολλά πράγματα που μπορεί να μας έλκουν στο αστρικό επίπεδο είναι επικίνδυνα και φθοροποιά από τη φύση τους. Οι προσπάθειες για να φτάσει κανείς σε αυτό το επίπεδο γίνονται πάντα παθητικά και, όταν επιτρέπουμε στον εαυτό μας να γίνεται παθητικός, οποιαδήποτε επιρροή έξω από τις φυσιολογικές φυσικές αντιλήψεις μπορεί να μας αγγίξει. Είμαστε, εξίσου, λεία των κακών συνεπειών όπως είμαστε ανοικτοί στις καλές συνέπειες, αλλά δεν είμαστε εμείς αυτοί που επιλέγουν είτε τη μία είτε την άλλη κατεύθυνση. Ό,τι μπορεί να υπάρχει στη φύση μας προσελκύει αναλόγως το καλό, το κακό ή και τα δύο. Το να βλέπουμε, όμως, ή να ακούμε απλώς, δεν θα μας έδινε από μόνο του καμία γνώση ούτε και θα μας προχωρούσε ένα βήμα προς την πρόοδο.

Για παράδειγμα, ας πούμε πως είχαμε μεταφερθεί στον πλανήτη Άρη, πως βλέπαμε τη λειτουργία των όντων εκεί και ακούγαμε τους ήχους που παρήγαγε η ομιλία τους. Αν ήταν είδος όντων διαφορετικό από μας δεν θα καταλαβαίναμε καθόλου τί θα έκαναν. Η αληθινή γνώση και η αληθινή κατανόηση επιτυγχάνονται όταν αντιληφθούμε τους νόμους και τις αρχές και μόνο τότε. Ακριβώς όπως υπάρχει νόμος που, από την απαρχή της ύπαρξής μας, μας ώθησε να προχωρήσουμε βήμα- βήμα στην εξέλιξη, έτσι υπάρχει και νόμος που μας επιτρέπει να ανεβούμε βήμα – βήμα την κλίμακα της γνώσης. Κανένα βήμα δεν πρέπει να παραλειφθεί. Το να αποπειραθεί κανείς να φτάσει στην κορυφή πηδώντας από τη βάση δεν είναι δυνατό, γιατί τα βήματα είναι αλληλοεξαρτώμενα – το δε ανώτατο πρoϋποθέτει όλα τα προηγούμενα, ενώ το κατώτατο προηγείται του ανωτάτου.

Η επταδική φύση του ανθρώπου εξηγείται κατά τον καλύτερο τρόπο αν γίνει αναφορά στις τρεις μεγάλες αρχές που αποτελούν τη βάση όλης της ζωής καθώς και κάθε θρησκείας και φιλοσοφίας που υπήρξε ποτέ ή μπορεί ποτέ να υπάρξει. Μπορεί να υποδεικνύεται με τους συνοπτικούς όρους Θεός, Νόμος και Ον.

Ως προς τον Θεό οι αρχαίοι έχουν καταγράψει ότι υπάρχει Μία Απόλυτη Αρχή – Ανείπωτη, Ανερμήνευτη, Απροσδιόριστη, Άπειρη, Πανταχού Παρούσα – η Αιτία, το Στήριγμα όλων εκείνων που υπήρξαν, υπάρχουν και θα υπάρχουν πάντα. Η Πανταχού Παρούσα Θεότητα δεν μπορεί να απουσιάζει από οποιοδήποτε σημείο του χώρου, είμαστε δε αναπόσπαστα συνδεδεμένοι με Αυτήν.

Ο καθένας προέρχεται από Αυτήν – μια ακτίνα που πηγάζει και ταυτίζεται με αυτή την Απόλυτη Αρχή. Η εσωτερική μας δύναμη να αντιλαμβανόμαστε, να γνωρίζουμε, να βιώνουμε – εκτός από ο,τιδήποτε βλέπουμε, γνωρίζουμε, βιώνουμε – είναι ο Ένας Εαυτός, η Μία Ζωή και η Μία Συνειδητότητα που όλοι μοιραζόμαστε κατά τον ίδιο τρόπο – η Πηγή κάθε ύπαρξης, η Ζωή κάθε όντος, η Δύναμη κάθε όντος. Πίσω από κάθε αντίληψη, γνώση και βίωμα βρίσκεται ο Ένας αδιαίρετος Εαυτός. Σε αυτό έγκειται η αληθινή βάση της Αδελφότητας – ο συνδετικός κρίκος όλων, πάνω και κάτω από τον άνθρωπο – και η πραγματική εξέλιξη σε θεία ζωή είναι η αυξανόμενη πραγμάτωση της πληρότητας αυτής της Ζωής στον καθένα. Δρώντας προς όφελός του και ως ο ίδιος Εαυτός σε κάθε κατεύθυνση, κατανοώντας ότι ο Εαυτός δρα σε όλα και μέσα από όλα, και προσπαθώντας να αντιληφθούμε όλο και περισσότερο πως καθείς εξ ημών είναι αυτός ο Εαυτός, η πληρότητα της φύσης του καθενός και των άλλων φύσεων γίνεται ορατή, εκτιμάται, γίνεται κατανοητή και βοηθείται.

Η δεύτερη μεγάλη αρχή – ο Νόμος – δείχνει ότι το σύμπαν είναι ένα απέραντο επίπεδο, στο οποίο συμβαίνουν περιοδικές εκδηλώσεις. Αυτή η γη κάποτε άρχισε να υπάρχει. Αυτό το ηλιακό σύστημα κάποτε άρχισε να υπάρχει. Ομοίως, θα έχουν και ένα τέλος, αφού καθετί που αρχίζει στον χρόνο, τελειώνει στον χρόνο. Όλες οι γαίες, τα ηλιακά συστήματα και τα όντα κάθε βαθμίδας, έφθασαν στο παρόν στάδιό τους μέσα από εξέλιξη που υπόκειται σε ακριβείς νόμους, εγγενείς στη φύση των επιμέρους όντων. Κάθε εξέλιξη προέρχεται από όντα. Η ενεργητική δύναμη των όντων είναι αυτή, ακριβώς, που προκαλεί τα ατομικά και συλλογικά αποτελέσματα. Ο νόμος των νόμων είναι το Κάρμα – ο νόμος της δράσης και αντίδρασης, αιτίας και αποτελέσματος, που είναι πτυχές της δράσης και δεν μπορούν να διαχωριστούν. Συνολικά η πρόοδος προχωρεί κάτω από αυτό τον νόμο κατά τη φυσική διαδοχή περιόδων δράσης και περιόδων ανάπαυσης. Όπως μετά τη νύχτα έρχεται πάλι το πρωί, όπως μετά την άνοιξη, το καλοκαίρι, το φθινόπωρο και τον χειμώνα έρχεται πάλι η άνοιξη, έτσι μετά τη γέννηση, τη νεότητα, την ώριμη ηλικία, τον θάνατο, ξανάρχεται η γέννηση. Η διαδικασία της επανενσάρκωσης ή της νέας έλευσης σε ένα σώμα είναι το ίδιο φυσική όπως το χάραμα μιας καινούριας μέρας. Αυτή η ζωή είναι. Η προηγούμενη ζωή ήταν. Η επόμενη ζωή θα είναι. Έτσι όπως οι πλανήτες ή τα ηλιακά συστήματα έχουν το τέλος τους, το ίδιο και τα όντα που τα αποτελούν θα έχουν την επανενσάρκωσή τους – μια καινούρια αρχή.

Η τρίτη βασική αρχή μαρτυρεί το γεγονός ότι όλα τα όντα στο σύμπαν έχουν εξελιχθεί από κατώτερα σημεία της αντίληψης προς όλο και μεγαλύτερη εξατομίκευση. Ότι τα ανώτερα από τον άνθρωπο όντα έχουν περάσει από το στάδιό μας. Ότι δεν μπορεί ποτέ να υπάρξει διακοπή στην εξέλιξη σε ένα απεριόριστο σύμπαν, με απεριόριστες δυνατότητες. Ότι όποιο στάδιο τελειότητας κι αν επιτευχθεί σε κάποια φυλή, σε κάποιο πλανήτη ή σε κάποιο ηλιακό σύστημα υπάρχουν πάντα μεγαλύτερες ευκαιρίες περαιτέρω.

Όταν, λοιπόν, τέθηκε σε λειτουργία αυτό το ηλιακό σύστημα, ήταν απλώς συνέχεια εκείνου που είχε προϋπάρξει. Σε κάποιο άλλο σύνολο, σε κάποιον άλλον πλανήτη, όντα κάθε βαθμίδας, αντίστοιχα προς τα δικά μας ορυκτά, ζώα, ανθρώπους και υπερανθρώπους, συνεργάζονταν. Εκείνη η σπουδαία ημέρα λειτουργίας σταμάτησε. Εκείνος ο κόσμος σταμάτησε οποιαδήποτε περαιτέρω δράση, ακριβώς όπως σταματάμε εμείς όταν διακόπτουμε την εν αφυπνίσει συνειδητότητα και πηγαίνουμε για ύπνο. Μετά έρχεται η ανατολή της επόμενης ημέρας. Αρχίζει πάλι ένα ξύπνημα και δράση. Όλα τα όντα που είχαν μέχρι τούδε εκδηλωθεί, που είχαν συμπτυχθεί στην αρχέγονη κατάσταση της ύλης, εμφανίζονται ξανά σε μια νέα βάση για περαιτέρω εξέλιξη.

Όταν άρχισε αυτός ο κόσμος είμαστε όντα με αυτοσυνειδητότητα, ενδεδυμένα με εκείνη την αρχέγονη υλική κατάσταση από την οποίαν προήλθαν όλες οι μεταγενέστερες καταστάσεις και στην οποίαν όλες οι δυνατότητες αλλαγής είναι απεριόριστες. Όπως ο πλανήτης μας ξεκινώντας σε μια συγκεχυμένη κατάσταση, τείνει προς σύμπηξη, βαθμηδόν ψυχόμενος, σταθεροποιούμενος και συμπυκνούμενος, έτσι και κάθε ζωντανός άνθρωπος έχει συμπηχθεί μέχρι να φτάσει αυτό το πυκνότερο επίπεδο και την τελική σύμπηξη στο παρόν φυσικό σώμα. Οι βαθμίδες που έχει κατέλθει είναι επτά τον αριθμό. Το δίδαγμα είναι ότι τούτο το ηλιακό σύστημα, αυτή η γη και ο άνθρωπος είναι επταδικά κατά τη φύση. Παρατηρείστε τις επτά νότες της κλίμακας και τα επτά χρώματα του φάσματος. Αυτά τα χρώματα δεν «συμβαίνουν» κατά τύχη. Είναι εξέλιξη, διαφοροποιήσεις της μίας ουσίας. Τόσο ο ήχος όσο και το χρώμα είναι διαφορετικοί ρυθμοί δόνησης που συλλαμβάνουν τα αισθητήρια όργανα του αυτιού, του οφθαλμού ή και των δύο. Μερικοί νομίζουν ότι, ενώ τώρα έχουμε μόνο πέντε αισθήσεις, βαθμηδόν αποκτούμε άλλη μία αίσθηση. Αυτό που, πράγματι, έχουμε είναι πέντε όργανα που δίνουν πέντε διακριτά χαρακτηριστικά της ύλης. Αυτό στο οποίο θα φτάσουμε, στη συνέχεια, είναι η κατανόηση του έκτου χαρακτηριστικού της ύλης και πέραν τούτου είναι η έβδομη συνθετική αίσθηση που καλύπτει τα πάντα και ανήκει στα ανώτερα επίπεδα της ύπαρξης.

Αν ως όντα είμαστε παρατηρητές, γνώστες, πνεύμα, Ζωή, η ίδια η Συνειδητότητα – τί θα ήταν η αληθινή διόραση; Θα μπορούσε πιθανώς να ονομάζεται πραγματική διόραση η ιδιότητα που θα περιλαμβανόταν απλώς στο κοίταγμα μέσα από τα σωματικά μάτια σε μια κατάσταση ύλης πολύ λίγο απομακρυσμένης από τη γήινη κατάσταση; Υπάρχουν πραγματικοί διορατικοί που, όχι μόνο γνωρίζουν αυτό που είναι προφανές στον καθένα, αλλά που βλέπουν οτιδήποτε υπάρχει σε έναν άνθρωπο ή ένα οποιοδήποτε ον. Στη δική τους όραση δεν μπορεί κανείς να κάνει οποιαδήποτε κίνηση – ακόμα και μια τόσο απλή κίνηση όπως είναι η μετακίνηση από μια καρέκλα σε μια άλλη – χωρίς να κινητοποιήσει καθεμία από τις επτά αισθήσεις του και χωρίς να ευθυγραμμίσει προς αυτές κάθε ιδιότητα και κίνητρο που μπορεί να τον ώθησε. Μερικοί έχουν τη δύναμη να γνωρίζουν τί αισθάνονται βαθιά μέσα τους οι άνθρωποι, να μαθαίνουν τα ακριβή κίνητρα που τους ωθούν.

Στην αληθινή διόραση το πραγματικό ον βρίσκεται, απόλυτα και ανεπιφύλακτα, σε εγρήγορση. Χρησιμοποιεί καθένα από τα όργανά του με ακρίβεια και αρμονικά το ένα με το άλλο. Έχει καθαρή όραση. Εισχωρεί βαθιά μέσα στα κίνητρα του ανθρώπου γιατί βλέπει τα πάντα. Πώς μπορεί να βλέπει; Κάθε κέντρο στον άνθρωπο – δηλαδή κάθε όργανο – έχει εξελιχθεί κάτω από τη λειτουργία των νόμων που ρυθμίζουν το ηλιακό σύστημα. Αυτοί οι νόμοι μπορεί να είναι γνωστοί. Κάθε κέντρο έχει το δικό του ξεχωριστό ήχο. Επίσης, παρουσιάζει ένα ξεχωριστό σύμβολο και μια ξεχωριστή μορφή. Αν, λοιπόν, ήξερε κανείς τους νόμους των ήχων, των χρωμάτων, των συμβόλων και της μορφής, θα μπορούσε να πει, ακριβώς όπως λέμε το πιο απλό πράγμα, τί προκάλεσε τη φύση οποιασδήποτε κίνησης και ποιό κίνητρο την προκάλεσε. Από αυτόν δεν θα μπορούσε να αποκρυβεί η πλάνη. Δεν θα μπορούσε να αποκρυβεί το κακό. Ούτε και τα κίνητρα. Τέτοιο απόκτημα, χωρίς πιθανότητα αποτυχίας, θα ήταν θείο – η αληθινή διόραση.

Η αληθινή διόραση δεν κερδίζεται με το να «κάθεται κανείς περιμένοντας την εξέλιξη». Θα μπορούσε κανείς να περιμένει δέκα εκατομμύρια χρόνια και στο τέλος να είναι μόνο ικανός να περιμένει. Η πραγματική δύναμη κερδίζεται με το να προσπαθεί κανείς να συνειδητοποιεί τη θεία μας φύση και να δρα όπως η θεότητα: πασχίζοντας να αποκτήσει όσα περισσότερα μπορεί, για να τα θέσει στην υπηρεσία των συνανθρώπων μας. Η δύναμη κερδίζεται με αυτοθυσία που διοχετεύεται σε υπηρεσία προς τους άλλους και μόνο. Το θείο εντός μας εκφράζεται πλήρως με την αυτοθυσία. Καθώς προχωρεί ο άνθρωπος, συνειδητοποιώντας όλο και περισσότερο τη φύση του, δουλεύοντας όλο και περισσότερο για τη φύση των άλλων, βρίσκει την πνευματική γνώση να ξεπηδά αυθόρμητα μέσα του. Δεν επιζητεί τίποτα για τον εαυτό του. Επιζητεί την απόλυτη δύναμη και την απόλυτη γνώση μόνο για να μπορέσει να βοηθήσει άλλους λιγότερο προικισμένους. Ο Ιησούς είπε : «ος αν θέλη γενέσθαι μέγας εν υμίν, έσται υμών διάκονος». Και έτσι έχουν πάντα τα πράγματα σε τούτο το μεγάλο έργο, οι μέγιστοι ανάμεσά μας που υπηρέτησαν τους ολίγιστους ήσαν οι ταπεινοί που δεν επεδίωξαν ποτέ την προβολή ούτε και την αναγνώριση.

Αλτρουισμός, αυτοθυσία, αφοσίωση στους υψηλότερους στόχους της ανθρωπότητας – είναι οι μοναδικές λέξεις – κλειδιά για την αληθινή διόραση. Αν μπορούσε να αποκτηθεί με κάποιον άλλο τρόπο, δεν θα ήταν δυνατόν να έχουν αποφευχθεί πάρα πολλά πράγματα, πάρα πολλές καταστροφές που έχουν συμβεί σε διάφορους λαούς; Αν μπορούσε κανείς να αγοράσει τέτοια γνώση δεν θα είχαν καταλεηλατηθεί τα ιδρύματα, δεν θα είχαν ληστευθεί άνθρωποι, δεν θα είχαν επωφεληθεί οι άνθρωποι από τις χρηματιστηριακές αγορές και δεν θα είχαν αποκομίσει κάθε είδος προσωπικού οφέλους; Η αληθινή γνώση, όμως, δεν χρησιμοποιείται ποτέ για ίδιο όφελος. Ούτε και για άμυνα. Όταν ο Ιησούς βρισκόταν στον σταυρό έλεγαν «Σώσον σεαυτόν και κατάβα από του σταυρού…άλλους έσωσεν εαυτόν ου δύναται σώσαι». Ήταν ανίσχυρος Εκείνος να κατεβεί από τον σταυρό; Όχι, βέβαια. Άφησαν την οργή τους να ξεσπάσει εναντίον Του και Εκείνος το υπέστη. Θα μπορούσε να τους έχει καταστρέψει, αν Εκείνος ήθελε, αλλά είπε : «Πάτερ, άφες αυτοίς. Ου, γαρ, οίδασι τί ποιούσι.» Ούτε και όσοι είχαν την ικανότητα να διαβάζουν τις μύχιες σκέψεις κάποιου θα «περιεργάζονταν», θα επιχειρούσαν να ανακαλύψουν αυτό που οι άλλοι επιθυμούσαν να παραμείνει κρυφό. Ποτέ δεν θα ασχολούνταν με ό,τι δεν θα τους αφορούσε. Θα δέχονταν τον καθένα ανάλογα με το πώς εκτιμά τον εαυτό του. Αν ένας τέτοιος άνθρωπος τους εξαπατούσε – με οποιοδήποτε τρόπο – θα τον αντιμετώπιζαν, προσπαθώντας διαρκώς να του εμφυσήσουν ανώτερες ιδέες.

Υπάρχουν άνθρωποι που έρχονται στον κόσμο ενίοτε χωρίς σημάδια διάκρισης, ώστε να μπορούμε εμείς, ως ανθρώπινα όντα, να τους αναγνωρίζουμε, αλλά κατέχουν μια γνώση που εμείς διακαώς επιθυμούμε να την αποκτήσουμε. Δεν αναγνωρίζονται ποτέ όσο καιρό βρίσκονται ανάμεσά μας, εκτός από ελάχιστους. Όταν, όμως, φεύγουν η προσφορά τους μας δηλώνει τί ήσαν. Από αυτόν καθαυτό τον χαρακτήρα της διδασκαλίας του Ιησού αναγνωρίζουμε τη φύση του όντος που την προσέφερε.

Έτσι και οι διδασκαλίες της Θεοσοφίας – μια γνώση απόλυτα επιστημονική, που καλύπτει κάθε τομέα της φύσης, που εξηγεί όλα τα σημερινά μυστήρια – διακηρύσσουν τη φύση εκείνων των όντων που έφεραν τη Θεοσοφία, των Πρεσβύτερων Αδελφών μας. Και Εκείνοι που ανυψώθηκαν από τις τάξεις μας, δεν μας αφήνουν στο έλεος των ταλαιπωριών, στο σκοτάδι, στην άγνοια. Η επιθυμία τους είναι να δούμε, να καταλάβουμε, να γνωρίσουμε τον εαυτό μας. Αφού γρήγορα διορθώσουμε τις απόψεις μας για τη ζωή και αφού αφήσουμε σωστές πράξεις να προκύπτουν από σωστές ιδέες, να ενεργούμε σαν θεία όντα. Όσο κι αν είμαστε τυφλοί, όσο αδαείς κι αν είμαστε, δεν είμαστε μόνοι. Βοηθούμαστε όσο θέλουμε να βοηθηθούμε και όσο μας αξίζει να βοηθηθούμε κι όσο, με αυτά που μαθαίνουμε, βοηθούμε άλλους που γνωρίζουν λιγότερα από μας. Γιατί μόνο η ανιδιοτέλεια μας φέρνει όλα τα δώρα που υπάρχουν. Όπως είπε ο Ιησούς : «… ζητείτε την βασιλείαν του Θεού, και ταύτα πάντα προστεθήσεται υμίν».

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.