Το Όραμα

Η Θεοσοφική Εταιρεία ιδρύθηκε το 1875. Ήταν μια εποχή κατάφωρου υλισμού, ιδιαίτερα στη Δύση, όπου επικρατούσε θρησκευτική άγνοια και δεισιδαιμονία.. Κατά την εποχή αυτή υπήρχε κάποιο ενδιαφέρον στον Πνευματισμό, τον οποίο πολλοί άνθρωποι έβλεπαν ως μαρτυρία της μετά θάνατον επιβίωσης.

Διαθέτουμε μια δήλωση Μελών μιας Ανατολικής Αποκρυφιστικής Ιεραρχίας που δείχνει ότι ίσως η περίοδος ήταν κατάλληλη για τη διάδοση μέρους της γνώσης τους αναφορικά με τους εσώτερους κόσμους και με την ιδέα της παγκόσμιας αδελφότητας. Δύο Αδελφοί της Ιεραρχίας ανέλαβαν την ευθύνη γι’ αυτό τον σκοπό. Προσπάθησαν να βρουν ένα κατάλληλο άτομο να τους βοηθήσει και τελικά βρήκαν την Ε.Π.Μπλαβάτσκυ. Παρά τα κάποια προσωπικά της προβλήματα, ήταν το μόνο κατάλληλο και διαθέσιμο άτομο εκείνη την εποχή. Επρόκειτο να γίνει βοηθός τους για τη διάδοση του μηνύματός τους στον κόσμο με το μεγάλο γραπτό έργο που παρήγαγε σε όλη την υπόλοιπη ζωή της. Η διδασκαλία βασιζόταν στη γνώση της απόκρυφης επιστήμης.

Μετά την ίδρυση της Θεοσοφικής Εταιρείας και αφού η Ε.Π.Μπλαβάτσκυ με τον Συνταγματάρχη Όλκοτ είχαν πάει στην Ινδία και ίδρυσαν την Έδρα στο Αντυάρ, οι δύο Δidάσκαλοι ξεκίνησαν μια αλληλογραφία με τον Α.Π.Σίννετ, έναν δημοσιογράφο που βρισκόταν εκεί, με επιστολές που περιείχαν πλούτο διδαχών και οι οποίες έφθαναν στα χέρια του με έναν θαυματουργό τρόπο (1). Σε αυτές τις επιστολές επανειλημμένα έγραφαν ότι ο μοναδικός σκοπός της νέο-ιδρυθείσας Εταιρείας ήταν να σχηματίσουν μια παγκόσμια Αδελφότητα της Ανθρωπότητας. Ένα συχνά αναφερόμενο απόσπασμα, ανάμεσα σε πολλά άλλα, απ’ αυτές τις επιστολές είναι το ακόλουθο:
«Οι Αρχηγοί επιθυμούν να ιδρυθεί μια Παγκόσμια Αδελφότητα, μια πραγματική «Αδελφότητα της Ανθρωπότητας»,. Ένα ίδρυμα που θα γίνει γνωστό σε όλο τον κόσμο και θα προσελκύσει την προσοχή των πνευματικότερων ανθρώπων.( M. L. 39, Chron. Ed.)

Αντικειμενικός σκοπός της Εταιρείας ήταν, κατά πρώτον, ο σχηματισμός ενός πυρήνα της παγκόσμιας αδελφότητας. Αυτή ήταν σημαντική δήλωση. Προφανώς, οι Διδάσκαλοι θεωρούσαν ότι η ίδρυση μιας παγκόσμιας αδελφότητας, υπό τις τότε επικρατούσες συνθήκες, μάλλον δεν ήταν δυνατή αλλά ότι ήταν απολύτως εφικτή η δημιουργία μιας Εταιρείας καλοπροαίρετων ανθρώπων που θα συνενώνονταν και θα αποτελούσαν τον πυρήνα μιας τέτοιας αδελφότητας. Άλλοι δύο στόχοι της ήταν, εν συντομία, η ενθάρρυνση της μελέτης της συγκριτικής θρησκειολογίας, της φιλοσοφίας και της επιστήμης και η έρευνα των λανθανουσών δυνάμεων του ανθρώπου. Επιπλέον, στις επιστολές υπάρχει αναφορά στο γεγονός ότι η Αδελφότητα, της οποίας οι δύο Διδάσκαλοι-Ιδρυτές της Εταιρείας ήσαν μέλη, ήδη εργαζόταν για τη διακλάδωσή της σε παγκόσμια κλίμακα. Τα μέλη αυτής της Αδελφότητας ήταν αποδεδειγμένα Μύστες με αξιοσημείωτη γνώση και δυνάμεις τις οποίες, εντούτοις, για την εν γένει ασφάλεια της ανθρωπότητας, δεν αποκάλυπταν. Τέτοια γνώση και δύναμη θα μπορούσε να αποκτηθεί μόνο με πολλή προσπάθεια και αυτοθυσία δια μέσου πολλών ζωών.
Όμως, δεν υπήρχε λόγος να μην διαδοθεί η ιδέα της Παγκόσμιας Αδελφότητας που θα γεννούσε αισθήματα φιλικότητας και συνεργασίας ανάμεσα σε λαούς εκεί που ίσχυε κοινότοπος ανταγωνισμός και σύγκρουση.

Η περίφημη στην εποχή μας «επιστολή» του Μάχα Τσοχάν (1881), όπου γίνεται αναφορά σε μια συνομιλία που διαβιβάστηκε μέσω του Κουτχούμι στον Σίννετ, περιλαμβάνει μια δήλωση για την αξιοθρήνητη κατάσταση του κόσμου, όπως τον βλέπει ο Μάχα Τσοχάν, και περιέχει τις προτάσεις του για τη θεραπεία της. Αυτό το μήνυμα και αποσπάσματα από άλλες επιστολές έδειχναν ότι οι Διδάσκαλοι Κουτχούμι και Μορύα καταλάβαιναν πολύ καλά αυτή τη θέση και τις αιτίες της: υλιστικός εγωισμός και ιδιοτέλεια. Έβλεπαν, επίσης, τα διχαστικά αποτελέσματα δογματικών, σχισματικών θρησκειών που διαιρούσαν την ανθρωπότητα τόσο καταστροφικά σε ανταγωνιστικές ομάδες, όπου η καθεμία πίστευε αποκλειστικά και μισαλλόδοξα πως βρισκόταν κάτω από θεϊκή προστασία.

Οι Διδάσκαλοι έβλεπαν καθαρά ότι δεν υπήρχε καμία πιθανότητα αρμονικής σχέσης ανάμεσα στους λαούς υπό το κράτος αυτών των θρησκευτικών διαφορών. Αναφερόμενοι σε αυτές τις θεωρούσαν προλήψεις σε ψεύτικους θεούς που θα έπρεπε να καταργηθούν.
Η ανάλυση των Διδασκάλων για την κατάσταση στον κόσμο έχει, σήμερα, απόλυτη ισχύ. Ο κόσμος, τώρα, είναι πολύ περισσότερο υλιστικός απ’ ό,τι κατά το τέλος του 19 αιώνα Οι θρησκευτικές διαμάχες και τα ρήγματα έχουν αγγίξει καταστροφικά μεγέθη ακόμα και σε άτομα που, στο όνομα του θεού, είναι έτοιμα να θυσιάσουν τη ζωή τους για να σκοτώσουν ανθρώπους διαφορετικής πίστης. Θρησκευτικές εξεγέρσεις καθώς και πόλεμοι είναι πολύ κοινά συμπτώματα της εποχής μας.

Οι Διδάσκαλοι όχι μόνο ίδρυσαν τη Θεοσοφική Εταιρεία ως Πυρήνα της Ανθρώπινης Αδελφότητας αλλά εισηγήθηκαν επιπλέον μια ενιαία θρησκευτικο - φιλοσοφική διδασκαλία για να αντικαταστήσει τα τρέχοντα προληπτικά δόγματα και ιδέες. Εξέθεσαν και δημοσίευσαν μέσω της Ε.Π.Μπλαβάτσκυ τις πιο υψηλόφρονες πνευματικές ιδέες, ιδανικά και παιδεία που αναπτύχθηκαν ποτέ στον κόσμο. Η διδασκαλία τους αγκαλιάζει ό,τι έχει προηγηθεί και άλλα πολλά. Επιπλέον, πάσχισαν ιδιαίτερα για τη διατήρηση της διδασκαλίας σε γραπτά κείμενα. Η επίπονη εργασία της Ε.Π.Μπλαβάτσκυ κατά τη διάρκεια της ζωής της είχε σαν αποτέλεσμα τη συγγραφή όλων αυτών των διδασκαλιών, πράγμα που απαιτούσε τεράστιο μόχθο και θυσίες εκ μέρους της. Επέμεινε στο συγγραφικό της έργο, αν και σοβαρά άρρωστη προς το τέλος της ζωής της, μέχρι τον θάνατό της.

Αυτά τα γραπτά αποτελούνται από πολλούς τόμους μεταξύ των οποίων συγκαταλέγονται και οι δύο τόμοι του «Αποκαλυμμένη Ίσις». Κατά τον Συνταγματάρχη Όλκοτ ήσαν το αποτέλεσμα της βοήθειας που δόθηκε στην Ε.Π.Μ.(2) κατ’ ευθείαν από πολλούς Διδασκάλους μέχρι του σημείου, ενίοτε, να «κυριεύεται» και το σώμα της. Το «Αποκαλυμμένη Ίσις» αποτέλεσε την πρώτη γενική έκθεση του θεματικού όγκου που αργότερα αναπτύχθηκε λεπτομερώς σε άρθρα και βιβλία. Εκδόθηκε το 1878. Εκείνη την εποχή ήταν ένας τρόπος απελευθέρωσης των αναγνωστών από περιχαρακωμένες ιδέες που ήσαν τότε συνήθεις στη συμβατική σκέψη. Το βιβλίο έδινε επίσης μια ματιά στο εσώτερο αόρατο βασίλειο που υπάρχει πίσω από την αντικειμενική ύπαρξη και στη σημασία του.
Σιγά - σιγά, μέσα από τα πολυάριθμα άλλα γραπτά της, η Ε.Π.Μ. άρχισε να παρουσιάζει το μήνυμά της πιο συγκεκριμένα. Αυτή η διαδικασία κορυφώθηκε με τη συγγραφή της «Μυστικής Δοξασίας» που σύντομα την ακολούθησε «Το Κλειδί της Θεοσοφίας». Επακολούθησε «Η Φωνή της Σιγής», ανεκτίμητης αξίας για τον μυστικιστή σπουδαστή.
Αυτά τα έργα συμπληρώθηκαν με σημειώσεις από τα Πρακτικά της Στοάς Μπλαβάτσκυ στο Λονδίνο, όπου έδωσε πολλές προφορικές επεξηγήσεις αναφορικά με δυσκολίες που αντιμετώπιζαν μέλη ως προς την κατανόηση μερικών από τις πιο δυσνόητες ιδέες της Θεοσοφίας. Τελικά, σχημάτισε μια Εσωτερική Ομάδα από έξι άνδρες και έξι γυναίκες, που είχαν όλοι ορκισθεί να κρατήσουν εχεμύθεια, στους οποίους δίδασκε υλικό που τότε δεν μπορούσε να κοινοποιηθεί αλλά που έξοχα συμπλήρωνε ό,τι είχε προηγουμένως συμπεριληφθεί στη «Μυστική Δοξασία».

Ο σκοπός όλης αυτής της διάδοσης ιδεών, ορισμένες εκ των οποίων ήσαν παράξενες και δύσκολες, ήταν να δείξει ότι ο Κόσμος ή η Φύση λειτουργούσαν σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Νόμο. Ο Κόσμος αποτελείται από ζωή που λειτουργεί σε διάφορα επίπεδα και με διαφορετικούς τρόπους για έκαστο των οποίων υπάρχουν αντίστοιχες καταστάσεις συνειδητότητας. Η υπέρτατη διδασκαλία πρέσβευε ότι ο άνθρωπος αντανακλά εντός του όλη τη φύση του Σύμπαντος με έναν ζωντανό τρόπο και ότι κάθε μορφή ζωής βρίσκεται σε ένα στάδιο της εξελικτικής διαδρομής. Η διδασκαλία καθιστά σαφές ότι σε ορισμένες συνθήκες με την κατάλληλη προσπάθεια και εκπαίδευση, ο άνθρωπος μπορεί να καταφέρει να γνωρίσει τη θεία του φύση και πέραν αυτού δεν υπάρχει τίποτε άλλο. Στην πραγματικότητα, είναι ο δικός του Θεός, ο μόνος Θεός που μπορεί ποτέ να γνωρίσει. Τούτη η μεγάλη σύλληψη ενισχύθηκε περαιτέρω από αυτό που θα μπορούσε να αποκληθεί δόγμα της Ενότητας που είναι ευρύ, καθολικό, βαθυστόχαστο και ενορατικό. Όταν όλο το νόημά του γίνει κατανοητό αποτελεί τέλεια αιτιολόγηση της σημαντικής ιδέας ότι ο άνθρωπος είναι ο ίδιος ένας θεός και μάλιστα ο μοναδικός Θεός του εαυτού του.
Όλα τα υπόλοιπα γραπτά της Ε.Π.Μ. αιτιολογούν τις αναλυτικές επεξηγήσεις των ιδιαίτερα ποικίλων όψεων της λειτουργίας της Φύσης, π.χ. του παγκόσμιου Νόμου που κορυφώνεται σε αυτές τις μεγαλόπνοες, ακόμα και ιερές ιδέες που πράγματι εκφράζουν χαρακτηριστικά το μεγαλειώδες μήνυμα των Διδασκάλων.

Τέτοιο ήταν - ίσως θα μπορούσαμε να πούμε «είναι» για κάποιους από μας - το όραμα των πραγματικών ιδρυτών της Θεοσοφικής Εταιρείας. Είναι το όραμα της Παγκόσμιας Αδελφότητας και όλου του νοήματος που αντιπροσωπεύει σε μια «ορφανή» ανθρωπότητα, όπως την ονόμαζαν οι Διδάσκαλοι. Είναι, ακόμα, όραμα ενός από τους κυρίαρχους τρόπους δια των οποίων η Αδελφότητα αυτή μπορεί να επιτευχθεί. Είναι το όραμα για την εγκαθίδρυση της θρησκείας που να βασίζεται στις Αλήθειες της Φύσης, για την εγκαθίδρυση των πραγματικών δεδομένων της ύπαρξης, για μια αληθινή γνώση της θεότητας μάλλον παρά για συστήματα πίστης που εδρεύουν σε προκατάληψη επιβαλλόμενη από μισθωτούς ιερείς που προωθούν τις ιδέες των διαφόρων ιδρυμάτων τους.
Το όραμα, όμως, ήταν ακόμα πιο σημαντικό ως ιστορικό γεγονός. Έχουν ζήσει διάφοροι παγκόσμιοι Διδάσκαλοι όπως ο Βούδας, ο Κρίσνα, ο Ιησούς και ο Μωάμεθ. Όλοι έδωσαν στον κόσμο ένα θρησκευτικό μήνυμα κατάλληλο για την εποχή τους και τις αντίστοιχες συνθήκες. Όμως, ποτέ δεν κατέγραψαν το μήνυμά τους. Οι διδασκαλίες παραδόθηκαν στους επιγόνους από τους αποστόλους και πιστούς τους που τις κατέγραψαν όπως τις αντιλαμβάνονταν και τις θυμούνταν. Είναι γνωστό ότι αυτοί οι Δάσκαλοι είχαν μια εσωτερική ομάδα μαθητών στους οποίους παρέδιδαν μέρος της «απόκρυφης» διδασκαλίας για να δικαιολογήσουν και ενισχύσουν τις δημόσιες διακηρύξεις τους. Η απόκρυφη διδασκαλία τους δεν δημοσιοποιήθηκε ποτέ αλλά είναι γνωστή από όσα η Ε.Π.Μ. είπε, δηλαδή ότι αυτή η διδασκαλία αποτελούσε έναν κοινό παρονομαστή. Μας έδωσε σαν παράδειγμα τον Σούμπα Ρόου που ήταν μυημένος Βραχμάνος αλλά δεν μπορούσε να παρουσιάσει στον κόσμο όψεις της γνώσης του.
Εντούτοις, αυτοί οι Διδάσκαλοι ήσαν ιδρυτές μεγάλων θρησκειών. Εάν πρέπει κανείς να πιστέψει στη Θεοσοφική διδασκαλία, όλοι ήσαν μέλη μιας Ιεραρχίας που εμπλέκεται κατά πολύ στο παρασκήνιο της συνολικής «διακυβέρνησης» των υποθέσεων της ανθρωπότητας. Το σημαντικό ζήτημα είναι ότι αυτοί οι ιδρυτές δεν έγραψαν ποτέ κάτι οι ίδιοι.

Αυτό, όμως, δεν συνέβη με τη Θεοσοφία. Μέλη της Ιεραρχίας πάσχισαν πολύ για να εξασφαλίσουν την καταγραφή του μηνύματός τους. Το φυλλάδιο που ονομάζεται «Τριλογία» παρουσιάζει μέρος της συγγραφής του «Αποκαλυμμένη Ίσις» και της «Μυστικής Δοξασίας». Δείχνει τον βαθμό της προσωπικής συμμετοχής των Διδασκάλων στη συγγραφή αυτών των δύο βιβλίων και πώς στην περίπτωση της «Μυστικής Δοξασίας» έπρεπε να διατηρήσουν στη ζωή την Ε.Π.Μ. για λίγα χρόνια ώστε να μπορέσει να ολοκληρώσει το έργο. Αυτή είναι η πρώτη φορά στην καταγεγραμμένη παγκόσμια ιστορία που ιεραρχικό μήνυμα έχει απευθείας παραδοθεί σε γραπτό λόγο.
Έτσι, προκύπτει η μεγάλη ευθύνη του μέλους της Θεοσοφικής Εταιρείας που είναι στο «να κάνει γνωστό ότι η Θεοσοφία υπάρχει και να βοηθήσει τους ανθρώπους να ανέλθουν προς αυτήν μελετώντας τις Αιώνιες Αλήθειές της». Αυτή η δέσμευση περιέχεται στο «Κλειδί της Θεοσοφίας».
Επιπλέον, έχουμε στις επιστολές των ιδίων των Διδασκάλων που δημοσιεύθηκαν από τον Jinarajadasa (Τζιναραζαντάσα), τη δήλωση του Μάχα Τσοχάν (δηλαδή του Διδασκάλου των Διδασκάλων μας) ότι «η Θεοσοφική Εταιρεία επελέγη ως ακρογωνιαίος λίθος, ως βάση των μελλοντικών θρησκειών της ανθρωπότητας». Δήλωση η οποία συμπληρώθηκε από τη ρήση «για να αντενεργήσει πρακτικά η διδασκαλία μας στον επονομαζόμενο ηθικό κώδικα ή στις ιδέες της φιλαλήθειας, αγνότητας, αυταπάρνησης, ευσπλαχνίας κ.λ.π. πρέπει να διαδόσουμε ευρέως τη γνώση της Θεοσοφίας». Ακόμα έλεγαν ότι «είναι απολύτως απαραίτητη η αδιάκοπη προοδευτική διδασκαλία που ισχυροποιεί τις θεωρίες της, αδιαμφισβήτητα δεδομένα για τους γνωρίζοντες, με άμεσα συμπεράσματα απορρέοντα και ενισχυόμενα από τη μαρτυρία που προσφέρουν οι σύγχρονες θετικές επιστήμες».
Επίσης, έχουμε την επιστολή του 1900, που γενικώς είναι αποδεκτή ως γνήσια, από τον Διδάσκαλο Κουτχουμι προς την Άνι Μπέζαντ, όπου ο Διδάσκαλος καταλήγει στο «ότι η Θεοσοφική Εταιρεία προορίζεται να είναι ο ακρογωνιαίος λίθος των μελλοντικών θρησκειών της ανθρωπότητας…..Για να πραγματώσουν αυτό τον σκοπό όσοι ηγούνται πρέπει να αφήσουν κατά μέρος την προσωπική τους προτίμηση ως προς τα σχήματα και τις τελετές οποιουδήποτε συγκεκριμένου θρησκεύματος, και να δείξουν πως είναι πραγματικοί Θεόσοφοι και κατά την εσωτερική σκέψη αλλά και κατά τους εξωτερικούς τύπους».
Για να είμαστε ακριβείς, ας υπενθυμίσουμε ότι η αποκαλούμενη επιστολή του Μάχα Τσοχάν ήταν μια αναφορά του Κουτχούμι. στη συνομιλία του με τον Μάχα Τσοχάν, το 1881, για τον οποίο λέει, «στην ενόραση του οποίου το μέλλον είναι σαν ανοιχτή σελίδα».

Δεν πρέπει, λοιπόν, να προσέξουμε τί είπαν αυτοί οι Διδάσκαλοι ; Δεν εμφανίστηκαν στον κόσμο για να παραδώσουν αυτοπροσώπως το μήνυμά τους, αλλά ήσαν του ιδίου διαμετρήματος με όσους κληροδότησαν μηνύματα και έχουν αναγνωρισθεί ως ιδρυτές θρησκειών. Στην πραγματικότητα, η εμφάνιση της Θεοσοφίας κατά το τέλος του 19ου αι. ήταν παγκόσμιο γεγονός τουλάχιστον το ίδιο σημαντικό με την ίδρυση των άλλων θρησκειών. Υπάρχει, όμως, η μεγάλη διαφορά ότι αν και οι Διδάσκαλοι δεν παρουσιάστηκαν οι ίδιοι, ότι αν και δεν βρίσκονται τώρα ανάμεσά μας, εντούτοις έχουμε το μήνυμά τους καταγεγραμμένο. Δεν υπόκειται στις ιδιορρυθμίες της μετάφρασης ή ερμηνείας ή προσωπικής γνώμης όπως όλες οι άλλες «γραφές» που συντάχθηκαν από οπαδούς, αποστόλους κ.λ.π. μετά τον θάνατο του Δισασκάλου.

Η πρόθεση ήταν να διαδώσει η Θεοσοφική Εταιρεία αυτή τη γνώση. Είναι ευθύνη μας ως μελών να το κατορθώσουμε. Έτσι, εφόσον το προσδοκώμενο ήταν η Θεοσοφική Εταιρεία να είναι η βάση των μελλοντικών θρησκειών της ανθρωπότητας, δεν θα έπρεπε κι εμείς σοβαρά να λάβουμε υπ’ όψη μας αυτή την αποστολή και στο μέτρο των δυνατοτήτων μας να προσπαθήσουμε πιστά να την πραγματοποιήσουμε; Ως κληρονόμος αυτών των σπουδαίων διδασκαλιών η Εταιρεία καθίσταται το μέσο διάδοσης του μηνύματός τους σε όλο τον κόσμο. Επίσης, είναι σημαντικό η διάδοση του μηνύματος να γίνει στην πιο κοινή Δυτική γλώσσα και τα βιβλία να εκδίδονται στη Δύση.
Οπωσδήποτε, το υψηλό αυτό όραμα των Διδασκάλων θα έπρεπε να υπερβεί οποιοδήποτε άλλο συλλογικό ή μη, που πιθανόν να είχαν τα μέλη της Εταιρείας.
Το μήνυμα των Διδασκάλων ήταν αυτό που μας έδωσαν άμεσα με τα δικά τους γραπτά, στις επιστολές των Μαχάτμα ή σε εκείνα τα γραπτά για τα οποία χρησιμοποίησαν την Ε Π.Μ. ως βοηθό.

Αυτά τα γραπτά πρέπει να διακρίνονται από όσα προέκυψαν αργότερα ως σχόλια, προσωπικές απόψεις, ακόμα και παραποιήσεις των αρχικών που, όμως, εκδόθηκαν στο όνομα της Θεοσοφίας. Οι Διδάσκαλοι όχι μόνο επανέλαβαν ό,τι ήταν ήδη γνωστό στα κλασικά θρησκευτικά και φιλοσοφικά συγγράμματα μέχρι την εποχή τους, αλλά προσέθεσαν πολύ υλικό που μέχρι τότε είχε παραμείνει κρυφό. Εκτός του γεγονότος ότι είχαμε το μήνυμα των Διδασκάλων σε γραπτό λόγο, γεγονός αυτό καθεαυτό μοναδικό, τούτο το συμπληρωματικό υλικό που προστέθηκε στο προγενέστερο, καθιστά τη διάχυση ενός ευρέος συστήματος γνώσης ακόμα σημαντικότερο παγκόσμιο γεγονός, σπουδαιότερο και της έλευσης π.χ. του Χριστιανισμού. Δεν έχουμε τον Διδάσκαλο αλλά έχουμε ακέραιη τη Διδασκαλία και αυτό είναι ένας σταθμός στην παγκόσμια ιστορία.

Τζέφρεϋ Φάρδινγκ
5 Δεκεμβρίου 2002

 

Υποσημείωση:

  1. Οι επιστολές έφθαναν στον παραλήπτη, όχι ταχυδρομικά ούτε μέσω κάποιου άλλου ανθρώπινου μέσου. Οι επιστολές ήταν γραμμένες και υπογεγραμμένες από τους δύο Διδασκάλους και εμφανίζονταν ξαφνικά από το πουθενά. Οι δύο Διδάσκαλοι που ανέλαβαν το Σύγχρονο Θεοσοφικό Κίνημα ήταν ο Διδάσκαλος Κουτχούμι και ο Διδάσκαλος Μορύα.
  • Είναι τα αρχικά του ονόματος ‘Ε.Π.Μπλαβάτσκυ’

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.