Ορισμός της Θεοσοφίας

Μπορεί να δοθεί ορισμός για τη Θεοσοφία;

Σαν απάντηση, ας ακούσουμε τα λόγια της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ, που επελέγη από τους Δασκάλους  ως Αντέπτ για να συντελέσει στην αποκατάσταση της Σοφίας στο Δυτικό κόσμο.

Κατά την ίδρυση της Θεοσοφικής Εταιρείας, το 1875, δεν έγινε καμία αναφορά για τη Θεοσοφία στο Καταστατικό της και ο στόχος της Εταιρείας εκφράστηκε απλώς ως η «συλλογή και διάδοση της γνώσης των νόμων που διέπουν το σύμπαν». Το 1878, μια πληρέστερη δήλωση των Στόχων της Εταιρείας περιείχε για πρώτη φορά την αναφορά σε μια Αδελφότητα της Ανθρωπότητας, η εγκαθίδρυση της οποίας ήταν σαφώς πρόθεση των Μαχάτμα, σύμφωνα με τις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις τους στις Επιστολές. Ωστόσο, σε κανένα επίσημο έγγραφο είτε των ιδρυτών της Εταιρείας είτε μεταγενέστερων ηγετικών στελεχών δεν είχε γίνει απόπειρα μέχρι τότε να δοθεί ο ορισμός της Θεοσοφίας.

Η πρώτη έκθεση θεοσοφικών ιδεών έγινε, το 1877, με τη δημοσίευση των δύο τόμων του «Αποκαλυμμένη Ίσις». Αυτή η ογκώδης συλλογή, που η εκπόνησή της απαίτησε την αρωγή έξι ή και περισσότερων Δασκάλων της Ε.Π.Μ., περιλαμβάνει αναφορές σε περίπου χίλιες τριακόσιες άλλες πηγές. Διερευνά την εσωτερική ή απόκρυφη όψη των παγκόσμιων θρησκειών, φιλοσοφιών και τομέων της επιστημονικής γνώσης. Πράγματι, σύμφωνα με την Αφιέρωσή της, μια τέτοια διερεύνηση ήταν ο σκοπός της ίδρυσης της Εταιρείας δύο χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο, μέχρι εκείνη τη χρονική στιγμή, δεν είχε γίνει μνεία του ονόματος της Θεοσοφίας «στις θεμελιώδεις αρχές της ανατολικής φιλοσοφίας» που συνοψίστηκαν στο τελευταίο κεφάλαιο του έργου.

Από τα μέσα του δέκατου ένατου αιώνα, το ενδιαφέρον για τον πνευματισμό είχε εξαπλωθεί με γοργούς ρυθμούς, και τώρα η Ε. Π. Μπ. παρουσίαζε εξηγήσεις των φαινομένων από τη απόκρυφη άποψη που διέφεραν σημαντικά από τις μέχρι τότε παραδεδεγμένες ιδέες. Όταν έφθασαν οι ιδρυτές στην Ινδία, οι παρερμηνείες ως προς τη φύση της Θεοσοφίας είχαν ήδη τόσο πολύ κυριαρχήσει, ώστε να έχει γίνει απαραίτητο «ένα περιοδικό αφιερωμένο στην παρουσίαση της παγκόσμιας Θεοσοφίας» («Άπαντα», ΙΙ.σσ. 87 κ.ε.). Ο Θεόσοφος - the Theosophist  πρωτοκυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 1879. Στο πρώτο τεύχος του, η Ε.Π.Μ. θέτει ρητώς την ερώτηση «Τί είναι η Θεοσοφία;». Εδώ, αφού αναφέρεται σε διάφορα εσωτερικά συστήματα στα οποία, πριν από τη Χριστιανική εποχή, διδάχτηκαν οι θεοσοφικές αρχές στην Αίγυπτο, στην Ινδία και στην Ελλάδα, εισάγει διάφορους ορισμούς, αναπτύσσοντάς τους λεπτομερώς έτσι ώστε να παρουσιάσει τα δόγματα που περιελάμβαναν :

Η Θεοσοφία είναι, λοιπόν, η αρχαϊκή Σοφία- Θρησκεία, η εσωτερική διδασκαλία που ήταν κάποτε γνωστή σε κάθε αρχαία χώρα που είχε αξιώσεις στον πολιτισμό (σελίδα 89).

{Θεοσοφία} είναι η πίστη στη ΜΙΑ θεότητα, πηγή όλης της ύπαρξης, το άπειρο που δεν μπορεί ούτε να κατανοηθεί ούτε να μαθευτεί, μόνο το σύμπαν ΤΗΝ αποκαλύπτει ..(σελίδα 91)

Για να ορίσουμε πλήρως τη Θεοσοφία, πρέπει να την εξετάσουμε από όλες τις απόψεις της. Ο εσωτερικός κόσμος δεν έχει κρυφτεί από όλους από αδιαπέραστο σκοτάδι. Με αυτή την ανώτερη διαίσθηση που αποκτιέται από τη Θεοσοφία – ή τη γνώση του Θεού, που μεταφέρει το νου από τον κόσμο της μορφής σε αυτόν του άμορφου πνεύματος, έχει κατορθώσει ο άνθρωπος, μερικές φορές σε κάθε εποχή και κάθε χώρα, να αντιληφθεί τα πράγματα μέσα στον εσωτερικό ή αόρατο κόσμο. (σελίδα 92)

 Η Θεοσοφία είναι, ας πούμε, η θετική επιστήμη της ψυχολογίας. Είναι σε   σχέση με τη φυσική, ακαλλιέργητη διαμεσότητα, όπως η γνώση στη φυσική  ενός Τύνταλ συγκρινόμενη με αυτή ενός μαθητή του σχολείου. (σελίδα 95)

Και σε ένα μεταγενέστερο άρθρο στο Θεόσοφο επιμένει:

Ναι, η Θεοσοφία είναι η επιστήμη κάθε θείου στον άνθρωπο και στη φύση. Είναι μελέτη και ανάλυση, μέσα από το γνωστό και διαγνώσιμο, του  άγνωστου, και κατά τα άλλα, ΑΔΙΑΓΝΩΣΤΟΥ. («Άπαντα της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ, Τόμος V, σελ.353)

Οι συνθήκες κάτω από τις οποίες «η μεγάλη Γνώση» - όπως ο Μαχάτμα Κ.Χ. την αποκαλεί – αποκτήθηκε και διαβιβάστηκε, δηλώνονται σαφώς σε ένα εκτενές άρθρο πάνω στη «Θεοσοφία και τον Πνευματισμό» που δημοσιεύθηκε στην «Επιστημονική Εταιρεία Ψυχολογικών Μελετών» στο Παρίσι. Αναφερόμενη στη διαφορά ανάμεσα στη γνώση ενός Μύστη ή Αντέπτ και αυτήν που λαμβάνεται από «πνεύματα» σε πνευματιστικές συνεδρίες, η Ε.Π.Μ. βεβαιώνει ότι οι Μύστες έχουν το μεγάλο πλεονέκτημα να μην χρειάζεται να χρησιμοποιούν «άσαρκα» πνεύματα ή τα «περιβλήματά» τους. Λέει για τους Αντέπτ:  

...η απόδειξη δεν είναι από δεύτερο χέρι, ούτε μεταθανάτια, αλλά πραγματικά η      απόδειξη των ικανοτήτων τους, που έχουν εξαγνισθεί και προετοιμασθεί επί μακρά σειρά ετών για να την δεχτούν με το σωστό τρόπο και χωρίς   οποιαδήποτε ξένη επίδραση. Για χιλιάδες χρόνια, ο ένας Μύστης μετά τον άλλο, ο ένας μεγάλος Ιεροφάντης μετά τον άλλο, έχουν ερευνήσει και ξανά ερευνήσει το αόρατο σύμπαν, τους κόσμους των διαπλανητικών περιοχών, κατά τη διάρκεια μεγάλων περιόδων όπου η συνειδητή ψυχή τους, ενωμένη με την πνευματική ψυχή και το ΟΛΟ, ελεύθερη και σχεδόν παντοδύναμη, άφησε το σώμα τους…

…τα μυστήρια της ζωής καθώς επίσης και του θανάτου, των ορατών και     αόρατων κόσμων, έχουν βυθομετρηθεί και παρατηρηθεί από τους μυημένους Αντέπτ, σε όλες τις εποχές και σε όλα τα έθνη. Τα έχουν μελετήσει κατά τη διάρκεια της σημαντικής στιγμής που η θεία μονάδα τους ενώνεται με το συμπαντικό Πνεύμα, και έχουν καταγράψει την εμπειρία τους». Το άρθρο συνεχίζει προσθέτοντας «η αλήθεια έχει καθιερωθεί. Μία συγκεκριμένη επιστήμη, βασισμένη στην προσωπική παρατήρηση και εμπειρία, που           επιβεβαιώνεται από συνεχείς επιδείξεις, που παρέχουν αδιάψευστες αποδείξεις, για εκείνους που την μελετούν, έχει, επομένως, καθιερωθεί…».    («Άπαντα της Ε. Π. Μπλαβάστκυ, Τόμος V, σε. 51)

Το 1880 είχε αρχίσει η ανταλλαγή επιστολών μεταξύ του Άγγλου δημοσιογράφου Α. Π. Σίνετ και του Α. Ο. Χιούμ, ενός ανώτερου κυβερνητικού αξιωματούχου, και των δύο Μαχάτμα γνωστών με τα αρχικά Κ. Χ. και Μ. Η αλληλογραφία που επρόκειτο να διαρκέσει για τέσσερα έτη στην περίπτωση του Σίνετ, αλλά μόνο για ένα έτος στην περίπτωση του φίλου του, προέκυψε από ερωτήσεις των δύο Άγγλων πάνω  σε διάφορες απόψεις της απόκρυφης φιλοσοφίας. Από τις απαντήσεις που έλαβε, ο Σίνετ συγκέντρωσε στον Απόκρυφο Κόσμο, μια καταγραφή των φαινομένων που περιέβαλαν την Ε.Π.Μ. κατά τα πρώτα έτη της Εταιρείας, μαζί με ένα αρχικό σκιαγράφημα του θεοσοφικού συστήματος. Κατόπιν, στον Εσωτερικό Βουδισμό παρουσίασε μία πληρέστερη περιγραφή των διδασκαλιών που είχε δεχτεί με τις επιστολές των Μαχάτμα.

Εν τω μεταξύ, μέσω άρθρων στον Θεόσοφο και άλλα περιοδικά, η Ε.Π.Μ. συνέχιζε, να ρίχνει φως στις διδασκαλίες που περιέκλειε ο όρος Θεοσοφία. Εφιστά την προσοχή στην απαραίτητη ηθική προετοιμασία που μπορεί να κάνει κάποιον να πλησιάσει τις αιώνιες αλήθειές της, γιατί «μόνο η αγνότητα της πράξης και της σκέψης μπορεί να μας εξυψώσει για να έρθουμε σε επαφή «με τους θεούς» και να μας βοηθήσει να πετύχουμε τον στόχο που επιθυμούμε».(«Άπαντα της Ε. Π. Μπλαβάστκυ, Τόμος ΙΙ, σελ.96). Η διαδεδομένη σύγχυση που συνέδεε τη Θεοσοφία με αιρετική θρησκεία προκάλεσε την έντονη διαμαρτυρία της και την οδήγησε ακόμα μια φορά στο να αποπειραθεί να δώσει έναν ορισμό. Σε ένα μακροσκελές άρθρο στο Λούσιφερ το 1888, με τον τίτλο «είναι η Θεοσοφία Θρησκεία;», διερευνά την έννοια  των δύο αυτών λέξεων :

Λέμε ότι η Θεοσοφία δεν είναι μια Θρησκεία… ο ισχυρισμός ότι «η Θεοσοφία δεν είναι θρησκεία» με κανένα τρόπο δεν αποκλείει το γεγονός ότι    η «Θεοσοφία είναι θρησκεία» αυτή καθεαυτή … ο μόνος δεσμός ενότητας που είναι τόσο καθολικός και περικλείει τα πάντα ώστε κανένας άνθρωπος, όπως κανένα ίχνος – από τους θεούς και τους θνητούς, έως τα ζώα, το φύλλο της χλόης και το άτομο – δεν μπορεί να είναι έξω από το φως της. … Κατά συνέπεια, η ενότητα όλων στον κόσμο υπονοεί και δικαιολογεί την πίστη μας στην ύπαρξη μιας γνώσης ταυτόχρονα επιστημονικής, φιλοσοφικής και θρησκευτικής, που δείχνει την αναγκαιότητα και πραγματικότητα της συνάφειας του ανθρώπου και όλων των πραγμάτων στον κόσμο μεταξύ τους, η οποία γνώση, επομένως, γίνεται ουσιαστικά ΘΡΗΣΚΕΙΑ, και πρέπει να αποκληθεί στην ακεραιότητα και καθολικότητά της με το ξεχωριστό όνομα της ΣΟΦΙΑΣ – ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ. («Άπαντα της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ», Τόμος Χ, σελ.159 κ. ε.)

Όταν δημοσιεύθηκε αυτό το άρθρο, η «Μυστική Δοξασία» είχε μόλις εκδοθεί. Στην Εισαγωγή της, βρίσκουμε περίπου είκοσι όρους χρησιμοποιημένους ως συνώνυμα της Θεοσοφίας. Αυτοί συμπεριλαμβάνουν και τον όρο που χρησιμοποιείται ως τίτλος του ίδιου του μεγάλου έργου της Ε.Π.Μ. –  της «Μυστικής Δοξασίας» - και άλλους όπως Σοφία – Θρησκεία, Αρχαϊκή Επιστήμη, Απόκρυφη Φιλοσοφία, και πολλούς άλλους όρους. Ο υπότιτλος του έργου, «Η Σύνθεση της Επιστήμης, Θρησκείας και Φιλοσοφίας», δείχνει σαφώς πώς ταύτισε τη Θεοσοφία με τη Μυστική Δοξασία ως δόγμα, δηλαδή ως ξεχωριστό κορμό διδασκαλίας, όπως επιβεβαιώνεται παρακάτω στο κείμενο : «Η Μυστική Δοξασία διδάσκει…», «η Εσωτερική Φιλοσοφία διδάσκει..», «η Δοξασία διδάσκει…», «οι Αποκρυφιστές βεβαιώνουν ότι.

Συνοψίζοντας στο τέλος του πρώτου μέρους της «Μυστικής Δοξασίας», ενημερώνει τον αναγνώστη ότι

Συνολικά, ούτε τα προηγούμενα ούτε ό,τι ακολουθεί μπορεί να βρεθεί χωρίς περικοπές πουθενά. Δεν διδάσκεται σε καμία από τις έξι Ινδικές σχολές της φιλοσοφίας, γιατί αφορά στη σύνθεσή τους – την έβδομη, η οποία είναι η απόκρυφη δοξασία. («Μυστική Δοξασία», Ι, 269)

Ο σπουδαίος ορισμός που ακολουθεί επαναλαμβάνει με σημαντικές προσθήκες τους ισχυρισμούς που διετύπωσε στο προαναφερθέν γαλλικό άρθρο σχετικά με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Αντέπτ απόκτησαν τη γνώση τους :

Η Μυστική Δοξασία είναι η συσσωρευμένη Σοφία των Αιώνων, και η κοσμογονία της μόνο είναι το πιο καταπληκτικό και εξελιγμένο σύστημα... Αλλά τέτοια είναι η μυστήρια δύναμη του απόκρυφου συμβολισμού, που τα γεγονότα που έχουν επηρεάσει πραγματικά τις αμέτρητες γενεές των μυημένων οραματιστών και προφητών ώστε να ταξινομούν, να καταχωρίζουν και να εξηγούν, στην ακατανόητη σειρά της εξελικτικής προόδου, είναι όλα καταγραμμένα σε μερικές σελίδες γεωμετρικών σημείων και ιερογλυφικών. Το σπινθηροβόλο βλέμμα εκείνων των οραματιστών έχει διαπεράσει τον ίδιο τον πυρήνα του θέματος και έχει καταγράψει την ψυχή των πραγμάτων εκεί, όπου ένας κοινός αμύητος όσο κι αν είναι μορφωμένος, θα είχε αντιληφθεί μόνο το εξωτερικό έργο της μορφής. Αλλά η σύγχρονη επιστήμη δεν πιστεύει στην "ψυχή των πραγμάτων" και ως εκ τούτου θα απορρίψει ολόκληρο το σύστημα της αρχαίας κοσμογονίας. Είναι μάταιο να ειπωθεί ότι το εν λόγω σύστημα δεν προέρχεται από τη φαντασία ενός ή περισσοτέρων απομονωμένων ατόμων. Ότι είναι η αδιάκοπη καταγραφή που καλύπτει χιλιάδες γενεές Οραματιστών των οποίων οι αντίστοιχες εμπειρίες δοκιμάστηκαν και επιβεβαίωσαν τις προφορικές παραδόσεις από τη μια φυλή στην επόμενη, των διδασκαλιών των ανώτερων και εξελιγμένων όντων, που πρόσεχαν τη διάγουσα την παιδική της ηλικία Ανθρωπότητα. Ότι επί πολλούς αιώνες, οι "Σοφοί Άνδρες" της Πέμπτης Φυλής... είχαν περάσει τη ζωή τους μαθαίνοντας όχι διδάσκοντας. Πώς το έκαναν; Η απάντηση είναι: με έλεγχο, δοκιμή και επαλήθευση σε κάθε τομέα της φύσης των παλαιών παραδόσεων των ανεξάρτητων οραμάτων των μεγάλων Αντέπτ, δηλαδή, ανθρώπων που ανέπτυξαν και τελειοποίησαν τη φυσική, νοητική, ψυχική και πνευματική δομή οργάνωσής τους στο μέγιστο δυνατό βαθμό. Κανένα όραμα ενός Αντέπτ δεν έγινε αποδεκτό μέχρις ότου ελεγχθεί και επιβεβαιωθεί από τα οράματα - που λειτούργησαν σαν ανεξάρτητη απόδειξη - άλλων Αντέπτ, και μέσω αιώνων εμπειρίας. (Μυστική Δοξασία, Ι 273)

Η Θεοσοφική Εταιρεία ιδρύθηκε για να μελετήσει και να διαδώσει αυτές τις διδασκαλίες. Έτσι είδε η Ε.Π.Μ. τον σκοπό της όταν αφιέρωνε τους τόμους του «Αποκαλυμμένη Ίσις»

"Στη Θεοσοφική Εταιρεία για τη μελέτη των θεμάτων στα οποία αναφέρεται"

Μια παρόμοια άποψη εκφράζεται στο τελευταίο έργο της, «Το Κλειδί της Θεοσοφίας», όπου λέει ότι η Εταιρεία ιδρύθηκε για να δείξει ότι ένα τέτοιο πράγμα όπως η Θεοσοφία υπάρχει, και να τους βοηθήσει να ανέλθουν προς αυτή μελετώντας και αφομοιώνοντας τις αιώνιες αλήθειες της (σελ. 57). 

Μέσα από τη διερεύνηση της ερώτησης «Μπορεί να δοθεί ορισμός για τη Θεοσοφία;», ο προσεκτικός αναγνώστης θα έχει παρατηρήσει όχι μόνο τους διάφορους ορισμούς της Ε.Π.Μ., αλλά και τη χρήση λέξεων όπως γνώση, σοφία, επιστήμη, δόγμα, που πρέπει να αποκλείσουν ως αστήρικτη την, δυστυχώς, διαδεδομένη παρερμηνεία, ακόμα και στους κόλπους της Θεοσοφικής Εταιρείας, ότι η Θεοσοφία δεν μπορεί να ορισθεί ή ότι είναι λίγο- πολύ αυτό που ο καθένας επιθυμεί να νομίζει ότι είναι, ένα θέμα για εικασία, πίστη ή προσωπική άποψη. Η μελέτη μας δείχνει ότι οι αιώνιες αλήθειες που περιλαμβάνονται στη λέξη Θεοσοφία αφορούν στην προέλευση όλων, συμπεριλαμβάνοντας εμάς, τον κυκλικό νόμο που μπορεί να παρατηρηθεί στις διαδικασίες της Φύσης, την απόκρυφη σύσταση του ανθρώπου και του κόσμου και κατά συνέπεια τα γεγονότα τα σχετικά με το θάνατο και την μελλοντική εξέλιξη της ανθρωπότητας.

Ο σπουδαστής που ανακαλύπτει κάτι σχετικό με το τί είναι η Θεοσοφία, ίσως αναγνωρίσει ότι πρέπει να συμπεριλαμβάνει όλα αυτά που υπάγονται στους Στόχους της Εταιρείας. Μπορεί ακόμα και να διαπιστώσει το ευκταίο της προσθήκης ενός Τέταρτου Στόχου.

Να ενθαρρύνει τη μελέτη της Θεοσοφίας και να διαδώσει την γνώση της σε όλον τον κόσμο.

Άλλωστε αυτό δεν υπονοείται στην Αφιέρωση της Ε.Π.Μ. στο «Κλειδί της Θεοσοφίας»;

«Αφιερωμένο από την Ε.Π.Μ. σε όλους τους Μαθητές της, για να μπορέσουν να Μάθουν και να Διδάξουν με τη σειρά τους».    

 

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.