Τί υπάρχει σε ένα Όνομα

 

Γιατί το περιοδικό  της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ 
ονομάστηκε «LUCIFER»  

Περιοδικό «Lucifer», Τεύχος 1 (Σεπτέμβριος 1887): 1 -7.
Ανατύπωση “Άπαντα Ε.Π. Μπλαβάτσκυ” (CollectedWritings) 8:5 -13. 
 "Θεοσοφικά Άρθρα"τόμος ΙΙΙ, της Ε.Π.Μπλαβάτσκυ

 

 «Τί είναι το όνομα; Πολύ συχνά υπάρχουν σ’ αυτό περισσότερα απ’ όσα ο αμύητος είναι έτοιμος να κατανοήσει ή ο εμβριθής μυστικιστής να εξηγήσει. Είναι μια αόρατη, μυστική, αλλά πολύ δυναμική επίδραση την οποία κάθε όνομα κουβαλά μαζί του και “την οποία αφήνει όπου κι αν πηγαίνει”. Ο Carlyle σκέφτηκε ότι, “υπάρχουν πολλά, ω ναι, σχεδόν τα πάντα, μέσα στα ονόματα”. “Αν μπορούσα να ξεδιπλώσω την επίδραση των ονομάτων, τα οποία είναι τα πιο σημαντικά απ’ όλες τις ενδύσεις, τότε θα ήμουν ένας δεύτερος Τρισμέγιστος”, γράφει. (1)

Το όνομα ή ο τίτλος του περιοδικού άρχισε με έναν συγκεκριμένο στόχο και, συνεπώς, πολύ σημαντικό∙ διότι, πράγματι είναι ο αόρατος σπόρος ο οποίος είτε θα αναπτυχθεί “για να γίνει ένα μεγάλο και σκιερό δέντρο” από τους καρπούς του οποίου θα εξαρτηθεί η φύση των αποτελεσμάτων που θα αποφέρει ο εν λόγω στόχος, είτε το δέντρο θα ξεραθεί και θα πεθάνει. Οι θεωρήσεις αυτές δείχνουν ότι το όνομα του σημερινού περιοδικού – αρκετά διφορούμενου στα αυτιά των Ορθόδοξων Χριστιανών – δεν οφείλεται σε κάποια απερίσκεπτη επιλογή, αλλά προέκυψε ως επακόλουθο πολλής σκέψης γύρω από την καταλληλότητά του, και υιοθετήθηκε ως το ιδανικότερο σύμβολο για να εκφράσει τον αντικειμενικό αυτό στόχο και τ’ αποτελέσματά του σε κοινή θέα.

Τώρα, ο πρώτος και πιο σημαντικός, αν όχι ο αποκλειστικός στόχος του περιοδικού, εκφράζεται μέσα από έναν στίχο από την «Α’ Επιστολή προς Κορινθίους» (4:5), στη σελίδα του τίτλου του. Είναι το,  να φέρει εἰς τὸ φῶς τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους”· να φανερώσει στην αληθινή τους όψη και στo πρωταρχικό αληθινό τους νόημα, ονόματα και πράγματα, ανθρώπους και τα πεπραγμένα τους, και τα έθιμά τους· είναι, τελικά, να πολεμήσει την προκατάληψη, την υποκρισία και τις ψευτιές μέσα σε κάθε έθνος, μέσα σε κάθε τάξη της κοινωνίας, όπως και σε κάθε τομέα της ζωής. Το έργο είναι επίπονο, όμως δεν είναι ούτε ανέφικτο, ούτε ανώφελο, έστω και σαν πείραμα.

Έτσι, για ένα εγχείρημα τέτοιας φύσης, δεν θα μπορούσε να βρεθεί καλύτερος τίτλος από αυτόν που επιλέχθηκε. «Λούσιφερ» είναι ο ωχρός πρωινός αστέρας, ο προάγγελος του ολόλαμπρου ήλιου του μεσημεριού – ο Εωσφόρος των Ελλήνων. Λάμπει άτολμα την αυγή για να συγκεντρώσει δυνάμεις, και εκπλήσσει το μάτι μετά το ηλιοβασίλεμα όπως ο αδελφός του ο «Έσπερος» - το λαμπερό αστέρι της νύχτας, ο πλανήτης Αφροδίτη. Κανένα πιο κατάλληλο σύμβολο δεν υπάρχει για το προτεινόμενο έργο – αυτό της ρίψης μιας ακτίνας αλήθειας πάνω σε οτιδήποτε κρυμμένο από το σκοτάδι της προκατάληψης, από τις κοινωνικές ή θρησκευτικές παρανοήσεις∙ ειδικά από αυτή τη βλακώδη  ρουτίνα της ζωής, η οποία, από τη στιγμή που μια ορισμένη δράση, ένα ζήτημα, ένα όνομα στιγματιστεί από συκοφαντικά μυθεύματα, όσο άδικα κι αν είναι, κάνει τους ευυπόληπτους (όπως λέγονται) ανθρώπους να γυρνούν τις πλάτες τους τρέμοντας από το ρίγος, αρνούμενοι ακόμη και να το εξετάσουν από μια άλλη οπτική, διαφορετική από εκείνη που η κοινή γνώμη καθιέρωσε. Οπότε, μια τέτοια προσπάθεια η οποία εξαναγκάζει τους λιπόψυχους να κοιτάξουν κατάματα την αλήθεια, βρίσκει αποτελεσματική βοήθεια από έναν τίτλο ο οποίος ανήκει στην κατηγορία των στιγματισμένων ονομάτων.

Οι ευσεβείς αναγνώστες ενδεχομένως να αντιτείνουν ότι το «Λούσιφερ» είναι αποδεκτό απ’ όλες τις εκκλησίες  ως ένα από τα πολλά ονόματα του Διαβόλου (Devil). Σύμφωνα με το υπέροχο μυθιστόρημα του Milton, ο Λούσιφερ είναι ο Σατανάς, ο “επαναστάτης” άγγελος, ο εχθρός του Θεού και του ανθρώπου. Ωστόσο, αν κανείς αναλύσει την επανάστασή του, θα διαπιστώσει ότι δεν είναι χειρότερης φύσης από αυτήν μιας διεκδίκησης για ελεύθερη βούληση και ανεξάρτητη σκέψη, λες κι ο Λούσιφερ είχε γεννηθεί τον 19ο αιώνα. Το επίθετο αυτό του “στασιαστή” είναι μια θεολογική διαβολή, ισότιμη προς εκείνη την άλλη κατασυκοφάντηση του Θεού από τους οπαδούς του “Απόλυτου Προορισμού” (Predestinarians),(2) η οποία ανάγει σε θεότητα ένα “Παντοδύναμο” κακοποιό πνεύμα, χειρότερο κι από το ίδιο το “επαναστατημένο” Πνεύμα∙ “έναν παντοδύναμο Διάβολο που επιθυμεί να εγκωμιάζεται ως φιλεύσπλαχνος ενώ ασκεί την πιο δαιμονική σκληρότητα”, όπως ο J. Cotter Morison το έθεσε. Τόσο ο προκαθορίζων και προδιαγράφων δαιμόνιος-Θεός, όσο και οι υποτακτικοί του, είναι ανθρώπινες επινοήσεις. Από ηθικής άποψης, είναι δυο από τα πιο αποκρουστικά και ειδεχθή θεολογικά δόγματα, που οι εφιάλτες των σκοταδιστών μοναχών εξέλιξαν μέσα από τις αναίσχυντες φαντασίες τους.

Χρονολογούνται από την εποχή του Μεσαίωνα, την περίοδο της νοητικής συσκότισης, κατά τη διάρκεια της οποίας οι περισσότερες από τις τωρινές προκαταλήψεις και δεισιδαιμονίες μπολιάστηκαν εκβιαστικά στον ανθρώπινο νου, έτσι που σε ορισμένες περιπτώσεις να είναι σχεδόν αδύνατο να ξεριζωθούν· μία εξ αυτών, είναι αυτή εδώ η προκατάληψη που τώρα συζητάμε.

Πράγματι, τόσο βαθιά ριζωμένος είναι αυτός ο προϊδεασμός και η απέχθεια προς το όνομα του Λούσιφερ – το οποίο δεν σημαίνει κάτι χειρότερο από «κομιστής του φωτός» (από τοlux, lucis,"φως" και ferre"φέρει")(3), ακόμη και στις τάξεις των μορφωμένων ανθρώπων – που οι εκδότες, υιοθετώντας το όνομα αυτό ως τίτλο για το περιοδικό τους, έρχονται αντιμέτωποι με την προοπτική μιας μακρόχρονης διαμάχης με τη δημόσια προκατάληψη. Τόσο παράλογη και γελοία είναι πράγματι η προκατάληψη αυτή, που κανείς δεν φαίνεται να αναρωτήθηκε ποτέ του, πως έγινε και ο Σατανάς ονομάστηκε «κομιστής του φωτός», εκτός κι αν οι αργυρόχρωμες ακτίνες του πρωινού άστρου μπορούν κατά κάποιο τρόπο να υποδηλώνουν την εκτυφλωτική λάμψη της φωτιάς της κολάσεως. Είναι απλά, όπως ο Henderson έδειξε, “μια από τις κατάφωρες εκείνες διαστρεβλώσεις των ιερών γραφών που πήραν τόσο μεγάλη έκταση, και οι οποίες μπορούν να ανιχνευθούν σε μια τάση αναζήτησης μέσα σε ένα δοθέν απόσπασμα, για περισσότερα  από όσα αληθινά αυτό περιέχει – μια προδιάθεση να επηρεάζεται μάλλον από τον ήχο παρά από τη λογική, και μια ανεπιφύλακτη πίστη στη γενικά αποδεκτή ερμηνεία” – η οποία δεν είναι απόλυτα μια από τις αδυναμίες της σημερινής μας εποχής. Παρόλα αυτά, η προκατάληψη είναι η αισχύνη του αιώνα μας.

Αυτό δεν μπορεί να αποφευχθεί. Οι δυο εκδότες θα εμφανίζονταν δειλοί στα ίδια τους τα μάτια, προδότες μπροστά στο πνεύμα του προτιθέμενου έργου εάν υπέκυπταν κλαίγοντας άνανδρα μπροστά στον κίνδυνο. Αν κανείς προτίθεται να πολεμήσει την προκατάληψη, και να ξεσκονίσει τα κακόμορφα αραχνιάσματα της δεισιδαιμονίας και του υλισμού από τα ευγενέστερα ιδεώδη των προπατόρων μας, θα πρέπει να προετοιμάζεται για αντιπαραθέσεις. Πράγματι, “Το στέμμα του αναμορφωτή και του καινοτόμου είναι ένα στέμμα γεμάτο με αγκάθια”. Αν κανείς προτίθεται να διασώσει την Αλήθεια, σε όλη την απέριττη γύμνια της, από το σχεδόν απύθμενο πηγάδι στο οποίο μέσα έχει ριχτεί από την ψεύτικη και υποκριτική ευπρέπεια, δεν θα πρέπει να διστάσει να κατέβει μέσα στο σκοτεινό κι αβυσσαλέο λάκκο του πηγαδιού αυτού. Ασχέτως του πόσο άσχημα οι τυφλές νυχτερίδες – οι ένοικοι του σκότους, και οι μισούντες το φως – μπορεί να συμπεριφερθούν στον παρείσακτο μέσα στη ζοφερή τους κατοικία, εκτός κι αν αυτός πρώτος επιδείξει το ίδιο πνεύμα και θάρρος που διακηρύττει στους άλλους, δικαίως θα πρέπει να θεωρηθεί ως υποκριτής και αποστάτης των ίδιων των δικών του αρχών.

Η συμφωνία για τον τίτλο επετεύχθη με μεγάλη δυσκολία, όταν τα πρώτα προαισθήματα για τα όσα το μέλλον μας επιφύλασσε, γύρω από το θέμα της πολεμικής που θα ‘χαμε να αντιμετωπίσουμε λόγω του τίτλου που επιλέξαμε, εμφανίστηκαν μπροστά μας».

-----------------------------------------------------------

Το άρθρο συνεχίζεται με έναν διάλογο ανάμεσα στον εκδότη του πρωτοεμφανιζόμενου περιοδικού (Lucifer-Λούσιφερ), έναν πασίγνωστο μυθιστοριογράφο, μια κοσμική Κυρία με ενδιαφέρον στον αποκρυφισμό, έναν επώνυμο Κύριο, και έναν δημοσιογράφο κατά τη διάρκεια ενός πάρτι. Οι χαρακτήρες αυτοί, εκφράζουν από την αρχή την έκπληξή τους ως προς την ονομασία του νέου περιοδικού και, στη συνέχεια, ο καθένας αιτιολογεί τις αντιρρήσεις του μέσα από ειρωνικά και αποθαρρυντικά σχόλια.

Παραλείπουμε τον συγκεκριμένο διάλογο τον οποίο μπορείτε να διαβάσετε στο αντίστοιχο αγγλικό κείμενο (4) και περνάμε κατ’ ευθείαν στον επίλογο του άρθρου που συνεχίζει ως εξής:

-----------------------------------------------------------

«Ο μυθιστοριογράφος, ο επώνυμος Κύριος, η κοσμική Κυρία και ο δημοσιογράφος είναι οι πρώτοι που θα πάρουν ένα μικρό μάθημα. Μια γρήγορη ματιά μέσα στον αληθινό και αρχέγονο χαρακτήρα του Λούσιφερ δεν θα τους κάνει κακό και, ενδεχομένως, να θεραπεύσει λιγάκι την γελοία υπερηφάνεια τους. Όφειλαν να έχουν μελετήσει τον Όμηρο και τη “Θεογονία” του Ησιόδου αν ήθελαν να δικαιώσουν τον Λούσιφερ, “τον Εωσφόρο και Έσπερο”, τον όμορφο αστέρα της Πρωίας και της Εσπέρας. Αν υπάρχουν πιο χρήσιμα πράγματα για να κάνει κανείς στη ζωή του από  “το να εξωραΐζει μυθολογικούς χαρακτήρες”, να τους συκοφαντεί και να τους κηλιδώνει, είναι τουλάχιστον τόσο άχρηστο, και επιπλέον δείχνει μια στενοκεφαλιά η οποία δεν τιμά κανέναν.

Το να αντιτίθεται κανείς στον τίτλο του περιοδικού (Λούσιφερ) μόνο και μόνο επειδή “οι συνειρμοί είναι τόσο τρομεροί”, είναι συγχωρητέο – αν θα μπορούσε ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο – μόνο σε έναν αδαή Αμερικανό ιεραπόστολο κάποιας σχισματικής σέκτας, σε κάποιον του οποίου η έμφυτη τεμπελιά και η έλλειψη μόρφωσης τον οδήγησαν στο να προτιμήσει να οργώνει τους νόες των αδαών και ακαλλιέργητων ανθρώπων (όπως και ο ίδιος), παρά να προτιμήσει την πιο προσοδοφόρα αλλά σίγουρα πιο κουραστική διαδικασία της καλλιέργειας των κτημάτων του πατέρα του. Για τους Άγγλους κληρικούς, όμως, οι οποίοι λαμβάνουν μια, κατά τα άλλα, κλασσική παιδεία και, συνεπώς, υποτίθεται ότι είναι εξοικειωμένοι με τα “μέσα” και τα “έξω” της θεολογικής σοφιστείας και στρεψοδικίας, αυτού του είδους η εναντίωση είναι απολύτως ασυγχώρητη. Όχι μόνο δίνει ένα χτύπημα στην υποκρισία και στην εξαπάτηση, αλλά τους κατατάσσει απ’ ευθείας σε ένα επίπεδο ηθικά κατώτερο από αυτό του αποστάτη – όπως τον αποκαλούν – αγγέλου. Το να προσπαθούν να εμφανίσουν ως έκπτωτο τον Λούσιφερ των θεολόγων, μέσω της ιδέας ότι:

«Το άρχειν είναι μια άξια φιλοδοξία,

έστω και στην κόλαση·

Προτιμότερο να βασιλεύει [κανείς] στην Κόλαση,

παρά να υπηρετεί στον Παράδεισο»,

ουσιαστικά διαπράττουν αυτοί οι ίδιοι το υποτιθέμενο έγκλημα για το οποίο πρόθυμα τον κατηγορούν. Προτιμούν να εξουσιάζουν το πνεύμα των μαζών μέσω ενός ολέθριου σκοτεινού ΨΕΥΔΟΥΣ, που παράγει πλείστα όσα κακά, παρά να υπηρετούν τον παράδεισο υπηρετώντας την ΑΛΗΘΕΙΑ. Τέτοιες πρακτικές είναι άξιες μόνο για τους Ιησουίτες.

Όμως οι ιερές γραφές τους είναι οι πρώτες που διαψεύδουν τις ερμηνείες τους και τη συσχέτιση του Λούσιφερ, του Πρωινού Άστρου, με τον Σατανά. Στο κεφάλαιο XXII της Αποκάλυψης, εδάφιο 16, λέγεται: «Ἐγὼ ὁ Ἰησοῦς ….. εἶμαι ἡ ρίζα καὶ ….. ὁ ἀστήρ ὁ λαμπρός καὶ πρωϊνός (ὀρθρινός, "ο ανατέλλων  ενωρίς")»: εξ ου το Εωσφόρος ή το Λατινικό Λούσιφερ. Η αισχύνη που προσάπτεται στο όνομα αυτό, ανήκει σε μια πολύ μετέπειτα εποχή όταν η Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία βρέθηκε εξαναγκασμένη να συγκαλύψει τη θεολογική συκοφαντία πίσω από μια διφορούμενη – ως συνήθως – ερμηνεία. Ο Χριστός, μας λένε, είναι «ο Πρωινός Αστέρας», ο θεϊκός Λούσιφερ· και ο Σατανάς είναι ο σφετεριστής του Λόγου (Verbum), ο “κολασμένος Λούσιφερ”(5).

Ο Μέγας Αρχάγγελος Μιχαήλ, ο κατατροπώσας τον Σατανά, είναι ταυτόσημος στον παγανισμό(6) με τον Ερμή – Μίθρα, στον οποίο, αφού υπερασπίστηκε τον Ήλιο (που συμβολίζει το Θεό) από τις επιθέσεις της Αφροδίτης – Λούσιφερ, απονεμήθηκε η κατοχή αυτού του πλανήτη, etdatusesteilocusLuciferi[και δόθηκε σε αυτόν ο τόπος του Λούσιφερ]. Και αφού ο Αρχάγγελος Μιχαήλ είναι ο “Άγγελος της Όψης” και “Εκπρόσωπος του Λόγου (Verbum)”, θεωρείται τώρα από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία ως αντιβασιλέας αυτού του πλανήτη Αφροδίτη, τον οποίο “o κατατροπωμένος δαίμονας σφετερίστηκε”. AngelusfacieiDeisedemsuperbihumilisObtinuit,[Άγγελος υπερφίαλος, ενώπιον του θρόνου του Θεού, οδηγείται σε ταπείνωση], λέει ο Cornelius à Lapide (στον Τόμ. VI, σελ. 229).

Αυτό εξηγεί το λόγο για τον οποίο ένας από τους πρώτους Πάπες ονομάστηκε Λούσιφερ, όπως η Yonge και τα εκκλησιαστικά αρχεία αποδεικνύουν. Συνεπάγεται, λοιπόν, ότι ο τίτλος που επιλέχτηκε για το περιοδικό μας σχετίζεται τόσο με θείες και ευσεβείς ιδέες, όσο και με την υποτιθέμενη επανάσταση του ήρωα του μυθιστορήματος του Milton «Χαμένος Παράδεισος». Με την επιλογή μας αυτή, ρίχνουμε την πρώτη ακτίνα φωτός και αλήθειας πάνω σ’ αυτή τη γελοία προκατάληψη για την οποία δεν θα ‘πρεπε να υπάρχει καν περιθώριο ύπαρξης στην εποχή μας “των δεδομένων και των ανακαλύψεων”. Εργαζόμαστε για την αληθινή Θρησκεία και Επιστήμη, τόσο προς το συμφέρον της πραγματικότητας όσο και ενάντια στην προκατάληψη και τη φαντασιοπληξία. Είναι δικό μας καθήκον, όπως και της φυσικής Επιστήμης – η καθ’ αυτού αποστολή της – το να ρίξουμε φως πάνω σε γεγονότα μέσα στη Φύση τα οποία μέχρι τώρα περιβάλλονται από το σκοτάδι της άγνοιας. Και αφού η άγνοια δικαίως θεωρείται ως ο κυριότερος τροφοδότης της δεισιδαιμονίας, το έργο αυτό είναι, συνεπώς, ευγενές και ωφέλιμο.

 Όμως οι φυσικές Επιστήμες αποτελούν μόνο μια όψη της ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ και της ΑΛΗΘΕΙΑΣ. Οι ψυχολογικές και ηθικές Επιστήμες, ή θεοσοφία, η γνώση της θείας αλήθειας, οπουδήποτε κι αν θεμελιώνονται, είναι πολύ πιο σημαντικές για τις ανθρώπινες σχέσεις· και η αληθινή Επιστήμη δεν θα πρέπει να περιορίζεται απλά στη φυσική όψη της ζωής και της φύσης. Η Επιστήμη είναι το απόσταγμα κάθε πραγματικότητας, μια κατανόηση κάθε αλήθειας μέσα στο πεδίο της ανθρώπινης έρευνας και διανόησης. “Η βαθιά και ακριβής επιστήμη του Σαίξπηρ στον τομέα των θεωρητικών επιστημών” (Coleridge), έχει αποδειχτεί πιο ευεργετική για τον αληθινό φιλόσοφο στη μελέτη της ανθρώπινης καρδιάς – και, συνεπώς, στην προαγωγή της αλήθειας – παρά η πιο ακριβής, αλλά οπωσδήποτε λιγότερο βαθιά, επιστήμη κάθε Μέλους της Βασιλικής Ακαδημίας.

Ωστόσο, εκείνοι οι αναγνώστες που δεν είναι πεπεισμένοι ότι η Εκκλησία δεν είχε το δικαίωμα να σπιλώσει ένα όμορφο άστρο, και πως έκανε ότι έκανε λόγω μιας απλής ανάγκης να λογοδοτήσει για ένα από τα όσα πολλά δανείστηκε από τον Παγανισμό με όλες του τις ποιητικές αντιλήψεις περί των αληθειών μέσα στη Φύση, ζητάμε να διαβάσουν το άρθρο μας «Η Ιστορία Ενός Πλανήτη» της Ε.Π.Μ. Ενδεχομένως, έπειτα από την προσεκτική μελέτη του να διαπιστώσουν πόσο πολύ δικαιώθηκε ο Dupuis υποστηρίζοντας ότι ”όλες οι θεολογίες έχουν την καταγωγή τους στην αστρονομία”. Για τους σύγχρονους Ανατολιστές, κάθε μύθος είναι ηλιακός. Αυτή είναι άλλη μια προκατάληψη, και ένας προϊδεασμός υπέρ του υλισμού και της φυσικής επιστήμης. Ένα από τα καθήκοντά μας θα είναι το να την πολεμήσουμε μαζί με τα υπόλοιπα».

 

«Lucifer», Σεπτέμβριος, 1887

 

Μετάφραση: Κωνσταντίνου Φώτης

 

Σημειώσεις:

  1.         Σ.τ.Μ: Thomas Carlyle (1795–1881). Σκώτος φιλόσοφος, σατιρικός συγγραφέας, δοκιμιογράφος, ιστορικός και διδάσκαλος κατά τη βικτωριανή εποχή.
  2.         Σ.τ.Μ.: Ο “Απόλυτος Προορισμός είναι θεολογικό  δόγμα που αναπτύχθηκε στο χώρο του Δυτικού Χριστιανισμού, αρχικά από τον Αυγουστίνο Ιππώνος. Σύμφωνα με αυτό, όλοι οι άνθρωποι από την φύση τους είναι αμαρτωλοί και ανεπίδεκτοι προόδου. Όμως, ο Θεός εκλέγει αιωνίως μερικούς από αυτούς, οι οποίοι τελικά ως εκλεκτοί του Θεού σώζονται, όχι κατά την δική τους αξία, αλλά κατά την ανεξερεύνητη βουλή του Θεού. Τον απόλυτο προορισμό έκφρασε κατά κύριο λόγο, ο Ιωάννης Καλβίνος.
  3.        Σ.τ. Ε.Π.Μ.: «Ο Γρηγόριος ο Μέγας ήταν ο πρώτος που απηύθυνε την περικοπή αυτή του Ησαΐα, πῶς ἔπεσες ἐκ τοῦ οὐρανοῦ, Ἑωσφόρε, υἱὲ τῆς αὐγῆς· συνετρίφθης κατὰ γῆς, σὺ ὁ καταπατῶν τὰ ἔθνη, στον Σατανά∙ και έκτοτε, το τολμηρό αυτό σχήμα λόγου του προφήτη – το οποίο σε τελική ανάλυση αναφερόταν σε έναν Ασσύριο βασιλιά εχθρό των Ισραηλιτών – αποδόθηκε στον Διάβολο».
  4.                                           
  5.        Σ.τ. Ε.Π.Μ.: «Memoirs to the Academy of France», Τόμ. IV του Mirville, απόσπασμα του Καρδινάλιου Ventura.
  6.         Σ.τ. Ε.Π.Μ.: Ο οποίος παγανισμός, έχει προηγηθεί πολλές χιλιετηρίδες, όπως φαίνεται, αντιγράφοντας  τα Χριστιανικά δόγματα  προτού αυτά  εμφανιστούν.

 

 

 

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.