Τί είναι Αλήθεια;

 

Για να φτάσουμε τον Ήλιο της Αλήθειας, πρέπει να αναπτύξουμε την Ανώτερη Φύση μας.

Ελένα Π. Μπλαβάτσκυ

 

«Αλήθεια είναι η Φωνή της Φύσης και του Χρόνου –

Αλήθεια είναι o αναπάντεχος επόπτης μέσα μας –

Τίποτα δεν υπάρχει χωρίς αυτήν, έρχεται απ’ τα αστέρια,

Τον χρυσαφένιο ήλιο και κάθε φύσημα της αύρας …»

(W. Thompson Bacon)

«….της Όμορφης Αλήθειας  ο αθάνατος ήλιος

Κρύβεται πότε-πότε στα σύννεφα. Όχι πως

Το φως της είναι από μόνο του λειψό, σκοτεινιάζει, όμως,

Από τις αδύναμες προκαταλήψεις μου, την πίστη μου που χωλαίνει

Και τις χιλιάδες αιτίες που

Δεν αφήνουν την καλοσύνη να ανθίσει…»

(Hannah More)

 

«Τι εστίν Αλήθεια;» ρώτησε ο Πιλάτος αυτόν που πρέπει να την γνώριζε, αν όσα λέει η Χριστιανική Εκκλησία είναι έστω και κατά προσέγγιση σωστά. Αλλά Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Κι η αλήθεια που Εκείνος δεν την φανέρωσε, έμεινε κρυμμένη τόσο για τους μετέπειτα πιστούς του όσο και για τον Ρωμαίο Έπαρχο.

Η σιωπή, όμως, του Ιησού, και σε αυτή όπως και σε άλλες περιπτώσεις, δεν εμποδίζει τους σημερινούς του πιστούς να φέρονται λες και κατέχουν την υπέρτατη κι απόλυτη Αλήθεια και σαν να αγνοούν το γεγονός ότι  δεν διδάχτηκαν παρά Σοφά Λόγια που περιείχαν μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Ένα μέρος που κι αυτό ακόμα ήταν κρυμμένο μέσα σε παραβολές και σκοτεινά, αν κι όμορφα, αποφθέγματα. [1]

Αυτή η τακτική οδήγησε σιγά-σιγά στον δογματισμό και σε βεβαιότητες. Δογματισμός στις εκκλησίες, δογματισμός στην επιστήμη, δογματισμός παντού. Οι πιθανές αλήθειες, θολά αντιληπτές στον κόσμο της αφαίρεσης, όμοια μ’ αυτές που συμπεραίνονται από παρατηρήσεις και πειράματα στον κόσμο της ύλης, επιβάλλονται με το ζόρι με τη μορφή  Θείας Αποκάλυψης και Επιστημονικής αυθεντίας στα πλήθη των αμύητων ανθρώπων που,  όντας υπερβολικά απασχολημένοι με άλλα πράγματα, δεν βάζουν σε λειτουργία την σκέψη τους. Ωστόσο, το ίδιο  ερώτημα παραμένει αναπάντητο από την εποχή του Σωκράτη και του Πιλάτου μέχρι τις μέρες μας που τις χαρακτηρίζει   καθολική άρνηση: υπάρχει κάποια ομάδα ανθρώπων ή κάποιος άνθρωπος που να  κατέχει την απόλυτη αλήθεια; Η λογική απαντά: «Όχι, δεν είναι δυνατόν».  Δεν υπάρχει χώρος για την απόλυτη αλήθεια για οποιοδήποτε ζήτημα σε έναν κόσμο τόσο πεπερασμένο και εξαρτώμενο όπως είναι ο κόσμος των ανθρώπων. Υπάρχουν, όμως, σχετικές αλήθειες κι αυτό που πρέπει εμείς να κάνουμε είναι να τις αξιοποιούμε  όσο περισσότερο μπορούμε.

Σε κάθε εποχή έζησαν Σοφοί που κατέκτησαν το απόλυτο  αλλά που δεν μπόρεσαν να διδάξουν παρά μόνο σχετικές αλήθειες. Γιατί κανένας μέχρι τώρα, γεννημένος από θνητή μάνα στη δικιά μας φυλή, δεν είπε ανοιχτά ή δεν θα μπορούσε να έχει πει ανοιχτά την απόλυτη, την οριστική αλήθεια στους άλλους ανθρώπους, αφού καθένας  μας πρέπει να βρει την (γι’ αυτόν) τελική  γνώση μέσα του. Μια που ποτέ ο νους δυο ανθρώπων δεν μπορεί να ταυτιστεί απολύτως, καθένας πρέπει να λάβει την υπέρτατη φώτιση με τις δικές του δυνάμεις, ανάλογα με την νοητική του ικανότητα χωρίς να γίνεται ετερόφωτος κάποιου άλλου.   Ο μεγαλύτερος εν ζωή Αντέπτ μπορεί να αποκαλύψει από την Συμπαντική Αλήθεια μόνο όση μπορεί να αφομοιώσει ο νους του εκάστοτε αποδέκτη. Όχι περισσότερη. Το λατινικό ρητό που λέει  «Tot homines, quot sententiae», δηλαδή «όσοι άνθρωποι, τόσες και οι γνώμες»– ισχύει διαχρονικά. Ένας είναι ο  ήλιος, αλλά οι ακτίνες του αναρίθμητες. Κι η επίδρασή τους είναι είτε ευεργετική είτε βλαπτική, ανάλογα με την φύση και την ιδιοσυστασία των αντικειμένων πάνω στα οποία πέφτουν. Η πολικότητα είναι κάτι το συμπαντικό. Αυτό, όμως, που προκαλεί την πόλωση  βρίσκεται μέσα στη συνειδητότητά μας.  Το αν θα αφομοιώσουμε εμείς οι άνθρωποι μεγαλύτερο ή μικρότερο μέρος της απόλυτης αλήθειας εξαρτάται από  το πόσο θα ανυψώσουμε τη συνειδητότητά μας προς αυτήν. Ωστόσο,  η ανθρώπινη συνειδητότητα  είναι σαν το ηλιοτρόπιο.  Λαχταρώντας να νοιώσει τις ζεστές ακτίνες, το φυτό στρέφεται μόνο προς τον ήλιο, γυρίζει και ξαναγυρίζει ακολουθώντας την πορεία της άπιαστης φωτεινής πηγής:  oι ρίζες του το κρατάνε γερά στη γη κι η μισή ζωή του περνάει στην σκιά…

Καθένας μας, όμως, μπορεί  σε  κάποιο βαθμό να πλησιάσει τον Ήλιο της Αλήθειας, ακόμα και πάνω στη γη, και να απορροφήσει τις πιο ζεστές και άμεσες ακτίνες του, όσο κι αν τον αγγίξουν διαφοροποιημένες μετά το μακρινό τους ταξίδι μέσα από τα μόρια της ύλης στον χώρο.  Δύο μέθοδοι υπάρχουν για να το πετύχει αυτό κανείς.

Στο φυσικό πεδίο, μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε το νοητικό μας πολαροσκόπιο. Να αναλύσουμε τις ιδιότητες κάθε ακτίνας και  να επιλέξουμε τη γνησιότερη.  Στο πεδίο της πνευματικότητας, για να φτάσουμε στον Ήλιο της Αλήθειας πρέπει να εργαστούμε με μεγάλο  ζήλο  για να μπορέσουμε να αναπτύξουμε την ανώτερη φύση μας. Ξέρουμε ότι αν αδρανοποιήσουμε λίγο-λίγο μέσα μας  τις ορέξεις της κατώτερης προσωπικότητας, νεκρώνοντας  έτσι τη φωνή του καθαρά φυσικού νου μας – του νου που είναι εξαρτημένος και προσκολλημένος στο μέσον ή στο όχημά του, δηλαδή στον οργανικό μας εγκέφαλο – ο εντός μας ζωώδης άνθρωπος  μπορεί να δημιουργήσει χώρο για τον πνευματικό νου.   Και μόλις αυτός αφυπνιστεί από τον λήθαργό του, τότε αναλόγως αναπτύσσονται  κι οι ανώτερες πνευματικές αισθήσεις κι αντιλήψεις μας, οπότε κι εξελίσσονται παράλληλα με τον «θεϊκό άνθρωπο».  Να, τί έκαναν πάντα και εξακολουθούν ακόμα να κάνουν οι μεγάλοι Αντέπτ, οι Γιόγκι της Ανατολής κι οι Δυτικοί Μυστικιστές.

Ξέρουμε, όμως, επίσης ότι, με λίγες εξαιρέσεις, κανένας κοσμικός άνθρωπος, κανένας υλιστής, δεν θα πιστέψει ποτέ ότι υπάρχουν τέτοιοι  Αντέπτ ή ότι είναι δυνατή μια τέτοια πνευματική ή ψυχική εξέλιξη. «Ο (αρχαίος) ανόητος έλεγε μέσα του ότι  δεν υπάρχει Θεός». Ο σύγχρονος λέει, «Δεν υπάρχουν Αντέπτ  στη γη, είναι γέννημα της νοσηρής φαντασίας σας». Γνωρίζοντάς το, σπεύδουμε  να καθησυχάσουμε τους αναγνώστες μας  που σκέφτονται σαν τον Άπιστο Θωμά. Τους παρακαλούμε να ψάξουν να βρουν σ’ αυτό το περιοδικό κείμενα που θα τους είναι πιο οικεία, π.χ. κείμενα διαφόρων συγγραφέων για τον Υλικό Ιδεαλισμό. [2]

Γιατί το «Λούσιφερ» προσπαθεί να ικανοποιεί τους αναγνώστες  του σε όποια «σχολή σκέψης» κι αν ανήκουν και αποδεικνύεται εξίσου  αμερόληπτο και προς τους Θεϊστές και προς τους Άθεους,  τους Μυστικιστές και τους Αγνωστικιστές, τους Χριστιανούς και τους Ειδωλολάτρες.  Τα κύρια άρθρα της σύνταξης, τα Σχόλια στο «Φως της  Ατραπού» κλπ  – δεν απευθύνονται σε Υλιστές. Απευθύνονται σε Θεόσοφους ή σε αναγνώστες που γνωρίζουν βαθειά μέσα τους ότι οι Δάσκαλοι της Σοφίας όντως υπάρχουν: κι ότι, μολονότι η απόλυτη αλήθεια δεν βρίσκεται πάνω στη γη αλλά πρέπει να την αναζητήσει κανείς σε ανώτερες περιοχές, εξακολουθούν να υπάρχουν, ακόμα και σ’ αυτή την ανόητη, αέναα περιστρεφόμενη μικρή μας σφαίρα, κάποια πράγματα που ούτε καν τα ονειρεύονται οι Δυτικές φιλοσοφίες.

Ας γυρίσουμε όμως στο θέμα μας. Το συμπέρασμα είναι ότι, μολονότι «η καθολική αφηρημένη αλήθεια είναι η πολυτιμότερη ευλογία» για  πολλούς από μας, όπως ήταν για τον Ρουσσώ, πρέπει, στο μεταξύ, να αρκούμαστε στις σχετικές αλήθειες. Στην πραγματικότητα, στην καλύτερη περίπτωση δεν είμαστε  παρά ένα δύσμοιρο σύνολο θνητών  που πάντα νοιώθουμε τρόμο απέναντι ακόμα και στη σχετική αλήθεια, γιατί φοβόμαστε μήπως μας καταβροχθίσει,  εμάς και μαζί με εμάς τις μικρο-προκαταλήψεις μας.  Όσο για την απόλυτη αλήθεια, οι περισσότεροι είμαστε  τόσο ανίκανοι να την διακρίνουμε όσο ανίκανοι είμαστε να φτάσουμε στο φεγγάρι με ποδήλατο. Πρώτον, γιατί η απόλυτη αλήθεια είναι  σταθερή σαν το βουνό του Μωάμεθ, που αρνήθηκε να μετακινηθεί  για χάρη του προφήτη, ώστε χρειάστηκε αυτός να πάει στο βουνό. Και πρέπει να ακολουθήσουμε το παράδειγμά του, αν θέλουμε να την προσεγγίσουμε έστω και από απόσταση. Κατά δεύτερον, γιατί το βασίλειο της απόλυτης αλήθειας δεν ανήκει σε τούτον τον κόσμο, αντίθετα με εμάς που είμαστε υπερβολικά προσκολλημένοι σ’ αυτόν.  Και τρίτον, γιατί παρόλο που στη φαντασία του ποιητή ο άνθρωπος είναι

…η αφαίρεση

Κάθε τελειότητας, που η μαστοριά

Του ουρανού έπλασε….

στην πραγματικότητα, είναι ένα θλιβερό κουβάρι από  αντιφάσεις και παραδοξότητες, ένας άδειος ασκός ανέμου παραφουσκωμένος σοβαροφάνεια, με απόψεις αυτοαναιρούμενες και ευμετάβολες.  Είναι ένα αλαζονικό μαζί κι αδύναμο πλάσμα που, μολονότι διαρκώς   φοβάται την όποια  εξουσία, γήινη ή επουράνια, ωστόσο –
…σαν θυμωμένος πίθηκος,

Θα κάνει τέτοια αφάνταστα κόλπα μπροστά στον  Ουρανό ψηλά

Που κι οι άγγελοι θα κλάψουν.

Λοιπόν, αφού η αλήθεια είναι ένα πολύεδρο πετράδι με τόσες έδρες  που  είναι αδύνατο να τις δει κανείς όλες μαζί, κι  αφού, άλλωστε,  δύο άνθρωποι, όσο κι αν αγωνιούν να διακρίνουν την αλήθεια, δεν μπορούν να δουν ούτε καν μία από αυτές τις έδρες με το ίδιο βλέμμα, τί μπορεί να γίνει για να βοηθηθούν να την αντιληφθούν; Εφόσον ο υλικός άνθρωπος, περιορισμένος και εμποδισμένος γενικά από τις ψευδαισθήσεις, δεν μπορεί να φτάσει την αλήθεια με το φως της γήινης αντίληψης, εμείς λέμε – ανάπτυξε  μέσα σου την εσωτερική γνώση.

Από τότε που ο Δελφικός χρησμός πρόσταξε  «Γνώθι σαυτόν» δεν διδάχτηκε ποτέ ξανά μεγαλύτερη ή πιο σημαντική αλήθεια. Χωρίς αυτή την συνειδητοποίηση, ο άνθρωπος θα μείνει πάντα τυφλός ακόμα κι απέναντι σε πολλές σχετικές αλήθειες, πόσο μάλλον στην απόλυτη αλήθεια.  Ο άνθρωπος πρέπει να γνωρίσει τον εαυτό του, να αποκτήσει, δηλαδή, εκείνη την εσωτερική αντίληψη που ποτέ δεν θα τον εξαπατήσει, προτού κατορθώσει να γίνει κάτοχος της απόλυτης αλήθειας. Η απόλυτη αλήθεια είναι το σύμβολο της Αιωνιότητας, επομένως κανένας πεπερασμένος νους δεν μπορεί ποτέ να συλλάβει το αιώνιο, άρα δεν θα μάθει ποτέ την αλήθεια στην πληρότητά της. Για να φτάσει στην κατάσταση να την δει και να την νοιώσει, θα πρέπει ο πήλινος εξωτερικός άνθρωπος να αδρανοποιήσει τις αισθήσεις του. Ίσως  να μας πουν ότι κάτι τέτοιο είναι πολύ δύσκολο κι οι πιο πολλοί, σίγουρα, θα προτιμήσουν να αρκεστούν στις σχετικές αλήθειες. Καμιά  αμφιβολία. Όμως, για να προσεγγίσουμε ακόμα και τις γήινες αλήθειες, πρώτα απ’ όλα, χρειάζεται αγάπη για την ίδια την αλήθεια. Διαφορετικά, δεν θα μπορέσουμε να την αναγνωρίσουμε. Και ποιος αγαπάει στις μέρες μας την αλήθεια για την αλήθεια;

Πόσοι από μας είναι έτοιμοι να ψάξουν να την βρουν, να την δεχτούν και  να την εφαρμόσουν, σε κοινωνίες  όπου κάθε επιτυχία χτίζεται πάνω στα φαινόμενα κι όχι στην πραγματικότητα, στην αυτοεπιβεβαίωση κι  όχι σε ουσιαστικές αξίες;

Έχουμε πλήρη επίγνωση του πόσο δύσκολο είναι να δεχτεί κανείς την αλήθεια. Η όμορφη ουράνια παρθένα κατεβαίνει μόνο σε οικείο (γι’ αυτήν) περιβάλλον – σε έναν αμερόληπτο, χωρίς προκαταλήψεις νου που τον φωτίζει καθαρή Πνευματική Συνειδητότητα. Σπανίζουν, όμως, και τα δύο στις πολιτισμένες χώρες. Στον αιώνα μας που τον χαρακτηρίζει η εφεύρεση του ατμού και του ηλεκτρισμού, ζώντας με τρελούς ρυθμούς που αφήνουν ελάχιστο χρόνο για στοχασμό,  ο άνθρωπος συνήθως αφήνεται να παρασυρθεί από τη βρεφική του κούνια στον τάφο, καρφωμένος πάνω στην Προκρούστεια  κλίνη της συνήθειας και της συμβατικότητας. Η συμβατικότητα, όμως,  – καθαρά και ξάστερα – είναι από μόνη της κάτι το ΨΕΥΤΙΚΟ, αφού ούτως ή άλλως ορίζεται ως «μια προσομοίωση αισθημάτων σύμφωνα με ένα πρότυπο που έχουμε αποδεχτεί»  (όπως λέει ο ορισμός που της δίνει ο F. W. Robertson). Κι όπου υπάρχει προσομοίωση δεν μπορεί να υπάρχει αλήθεια. Το πόσο βαθυστόχαστη είναι η παρατήρηση που κάνει ο  Μπάιρον λέγοντας  ότι «η αλήθεια είναι ένα πετράδι που βρίσκεται σε μεγάλα βάθη, ενώ στην επιφάνεια αυτού του κόσμου όλα τα πράγματα ζυγίζονται με την απατηλή ζυγαριά της συνήθειας»  το ξέρουν καλύτερα όσοι είναι αναγκασμένοι να ζουν στην αποπνικτική ατμόσφαιρα των κοινωνικών συμβάσεων.  Ακόμα κι όταν το επιθυμούν, όταν έχουν ανησυχίες για μάθηση, δεν τολμούν να δεχτούν τις αλήθειες που τόσο  λαχταράνε, τρέμοντας τον θηριώδη Μολώχ που λέγεται Κοινωνία.

Κοίταξε ολόγυρά σου, αναγνώστη. Μελέτησε όσα διηγούνται πασίγνωστοι ταξιδευτές,  τις αντίστοιχες παρατηρήσεις διάφορων στοχαστών, τα δεδομένα της επιστήμης και της στατιστικής. Δες με τα μάτια του νου σου τη φωτογραφία  της σύγχρονης κοινωνίας, της σύγχρονης πολιτικής, των θρησκειών όπως εκφράζονται σήμερα, της σύγχρονης ζωής γενικά.  Θυμήσου τον τρόπο ζωής και τα έθιμα κάθε πολιτισμένης φυλής και έθνους που έζησε ποτέ κάτω από τον ήλιο.   Δες προσεκτικά  τί κάνουν και  ποιά  ηθική στάση τηρούν οι άνθρωποι  στα πολιτισμένα κέντρα της Ευρώπης, της Αμερικής ακόμα και της Άπω Ανατολής και των αποικιών, παντού όπου ο λευκός  έχει μεταφέρει τα «καλά» του λεγόμενου πολιτισμού. Και τώρα, έχοντας δει όλα αυτά, στάσου και σκέψου. Κι ύστερα, δώσε εσύ ένα όνομα, αν μπορείς, σ’ αυτό το ευλογημένο Ελντοράντο, αυτόν τον εξαίρετο τόπο πάνω στη σφαίρα, όπου η ΑΛΗΘΕΙΑ είναι ο τιμώμενος ξένος και το ΨΕΜΑ κι η ΥΠΟΚΡΙΣΙΑ οι απόβλητοι παρίες.  ΔΕΝ   ΜΠΟΡΕΙΣ. Ούτε και κανένας άλλος μπορεί, εκτός κι αν είναι έτοιμος κι αποφασισμένος να προσθέσει  κι αυτός έστω κάτι τι στον σωρό  της ψευτιάς που ζει και βασιλεύει σε κάθε τομέα της εθνικής και της κοινωνικής ζωής.

«Την Αλήθεια!» φώναζε ο Καρλάιλ, «την αλήθεια κι ας με συντρίψουν οι ουρανοί που την ακολουθώ, όχι την ψευτιά, ακόμα κι αν το βραβείο της Αποστασίας θα ήταν ολάκερος επουράνιος Παράδεισος».  Τί ευγενικά λόγια! Πόσοι, όμως, σκέφτονται και πόσοι άραγε θα τολμούσαν να μιλήσουν σαν τον Καρλάιλ στον 19ο αιώνα που ζούμε;  Μήπως δεν προτιμάει η συντριπτική πλειοψηφία «τον παράδεισο  της Τεμπελιάς», την χώρα   της Ανεμελιάς όπου καθένας νοιάζεται μόνο για τον εαυτούλη του; Αυτή ακριβώς η πλειοψηφία είναι που κάνει πίσω κατατρομαγμένη μπροστά στην πιο απλή περιγραφή κάθε νέας αλλά όχι ευχάριστης αλήθειας, από φόβο που τον γεννάει η δειλία, μπας και, ας πούμε, κάποια κ. Harris  το σχολιάσει  ή μια  κ. Grundy  περιλάβει στο δολοφονικό της στόμα τους νεοφώτιστους της αλήθειας. 

ΕΓΩΙΣΜΟΣ, το πρωτότοκο παιδί της Άγνοιας,  καρπός της διδασκαλίας που διακηρύσσει  πώς για κάθε νεογέννητο μωρό  «δημιουργείται» μια καινούρια ψυχή, ξέχωρη και διακριτή από την Παγκόσμια Ψυχή - αυτός ο Εγωισμός  είναι το αδιαπέραστο τείχος ανάμεσα στον προσωπικό Εαυτό και στην Αλήθεια. Είναι η γόνιμη μάνα κάθε ανθρώπινης κακίας, όπου το Ψέμα γεννιέται από την ανάγκη να κρύβει κανείς την αλήθεια  κι η Υποκρισία από την λαχτάρα  να μασκαρεύει το Ψέμα. Είναι ο μύκητας που μεγαλώνει και θεριεύει σε κάθε ανθρώπινη καρδιά  με τα χρόνια, αφού έχει πρώτα εξοντώσει όλα τα ανώτερα συναισθήματα. Ο εγωισμός σκοτώνει κάθε ευγενική  παρόρμηση της φύσης μας κι είναι η μόνη θεότητα που δεν φοβάται ότι οι ταγμένοι σ’ αυτόν θα τον προδώσουν ή θα τον εγκαταλείψουν.  Γι’ αυτό και τον βλέπουμε να διαφεντεύει τον κόσμο και την λεγόμενη μοντέρνα κοινωνία. Το αποτέλεσμα είναι να ζούμε, να κινούμαστε και να συνυπάρχουμε μ’ αυτόν τον θεό του σκότους με τις τρεις  όψεις:  Απάτη,  Αερολογίες και  Ψευτιά , που, με μια λέξη, λέγονται ΚΑΘΩΣΠΡΕΠΙΣΜΟΣ.

Είναι, άραγε, αυτό Αλήθεια και Πραγματικότητα, ή μήπως είναι συκοφαντία; Γυρίστε να κοιτάξετε όπου θέλετε και θα δείτε, από την κορφή της κοινωνικής σκάλας μέχρι το χαμηλότερο σκαλοπάτι, την απάτη και την υποκρισία σε πλήρη δράση για χάρη του Εαυτούλη, σε κάθε έθνος,  σε κάθε μεμονωμένο άτομο. Τα έθνη όμως, με σιωπηρή συμφωνία, έχουν αποφασίσει ότι τα ιδιοτελή κίνητρα στην πολιτική θα λέγονται «ευγενής εθνικός στόχος, πατριωτισμός» κλπ. Κι ο πολίτης στο οικογενειακό του περιβάλλον τα θεωρεί «οικογενειακή αρετή». Όμως, η ιδιοτέλεια, είτε τρέφει την επιθυμία για εδαφική επέκταση, είτε τον ανταγωνισμό στο εμπόριο σε βάρος του άλλου, δεν μπορεί ποτέ να θεωρηθεί αρετή. Εμείς βλέπουμε την ΕΞΑΠΑΤΗΣΗ και την ΚΤΗΝΩΔΗ ΒΙΑ εκφρασμένη με ήπιο τόνο – το Γιακίν και το Μποάζ κάθε Διεθνούς  Ναού του Σολομώντα  – να ονομάζεται Διπλωματία και λέμε τα πράγματα με το σωστό τους όνομα. Βλέποντας τον  διπλωμάτη να κάνει βαθιές υποκλίσεις μπροστά σ’ αυτούς τους δύο πυλώνες της εθνικής δόξας και της πολιτικής  και να εφαρμόζει σε  καθημερινή βάση τον τεκτονικό τους συμβολισμό «σε (πονηρή) δύναμη ο οίκος μου θα θεμελιωθεί», δηλαδή, βλέποντάς τον να  παίρνει με απάτη ό,τι δεν μπορεί να πάρει με τη βία, θα τον χειροκροτήσουμε κιόλας; Το προσόν του διπλωμάτη – «η επιδεξιότητα ή ικανότητα να πετυχαίνει οφέλη» - για τη χώρα του εις βάρος άλλων χωρών, δεν μπορεί να έχει αίσια έκβαση με τη γλώσσα της αλήθειας αλλά  μόνο με μια γλώσσα πανούργα κι απατηλή, όπως αποδεικνύει η πράξη. Γι’ αυτό και το ΛΟΥΣΙΦΕΡ ονομάζει αυτό το είδος δράσης – ζωντανό και φανερό ΨΕΜΑ.

Αλλά δεν είναι μόνο στην πολιτική που η συνήθεια κι η ιδιοτέλεια έχουν συμφωνήσει να λένε «αρετή» την απάτη και το ψέμα και να στήνουν άγαλμα σε όποιον λέει τα καλύτερα ψέματα. Όλες οι κοινωνικές τάξεις ζουν με το ΨΕΜΑ. Χωρίς αυτό θα κατέρρεαν. Οι πολιτισμένοι αριστοκράτες που φοβούνται τον Θεό και τον νόμο, αγαπώντας όμοια με κάθε πληβείο το απαγορευμένο φρούτο, αναγκάζονται τη μισή μέρα να λένε ψέματα  για να συγκαλύπτουν αυτά που, συμπαθητικά, λέγονται «μικροπταίσματα», τα οποία  η ΑΛΗΘΕΙΑ, όμως,  τα θεωρεί χείριστη ανηθικότητα. Οι της  μεσαίας τάξης γλυκαίνονται με ψεύτικα χαμόγελα, ψεύτικες κουβέντες, προδίδοντας ο ένας τον άλλον. Για τους περισσότερους η θρησκεία έχει γίνει  ένα αραχνοΰφαντο γυαλιστερό πέπλο  που σκεπάζει το πτώμα της πνευματικής πίστης.  Ο αφέντης πάει στην εκκλησία για να ξεγελάσει τους υπηρέτες του. Ο πειναλέος παπάς– κάνοντας  κήρυγμα που κι ο ίδιος έχει πάψει να το πιστεύει – ξεγελάει τον επίσκοπό του. Κι ο επίσκοπός του – τον Θεό του.

Οι εφημερίδες, πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου, θα μπορούσαν να υιοθετήσουν  για μότο τους την πάντα επίκαιρη ερώτηση του Ζωρζ Νταντέν – «Ποιόν από τους δύο μας κοροϊδεύουμε εδώ;»  Ακόμα κι η Επιστήμη, που κάποτε ήταν  άγκυρα σωτηρίας της Αλήθειας, έχει πάψει να είναι ο ναός της γυμνής Πραγματικότητας. Τώρα, απαξάπαντες οι επιστήμονες το μόνο που πασχίζουν είναι να επιβάλουν τόσο στους συναδέλφους τους όσο και στον κόσμο κάποια προσωπική απασχόληση, κάποια καινούρια θεωρία, που θα δώσει λάμψη στο όνομα και στη φήμη τους. Ο επιστήμονας είναι το ίδιο έτοιμος να αποκρύψει αποδείξεις που κάνουν ζημιά σε μια τρέχουσα επιστημονική υπόθεση  με τον ιεραπόστολο που δραστηριοποιείται  σε μια χώρα ειδωλολατρών ή με τον ιεροκήρυκα,  πίσω στην πατρίδα, που προσπαθεί να πείσει το εκκλησίασμά του ότι η σύγχρονη γεωλογία είναι ψέμα κι ότι η εξέλιξη δεν είναι παρά κάτι το μάταιο, κάτι που ενοχλεί το πνεύμα.  

Έτσι έχουν τα πράγματα εν έτει 1888 μ.Χ. κι όμως κάποια έντυπα  εξαπολύουν επίθεση εναντίον μας επειδή βλέπουμε τη φετινή χρονιά ακόμα πιο γκρίζα.

Το ψέμα έχει εξαπλωθεί τόσο πολύ – με αρωγό τις συνήθειες και τις συμβάσεις – που ακόμα κι ο τρόπος χρονολόγησης σπρώχνει τους ανθρώπους σε αυτό. Οι συντομογραφίες  μ.Χ. και π.Χ. που χρησιμοποιούνται  στη χρονολόγηση των γεγονότων τόσο από τους Ιουδαίους και τους Εθνικούς, στην Ευρώπη αλλά και στην Ασία, από τους Υλιστές και τους Αγνωστικιστές, όσο κι από τους Χριστιανούς, στην πατρίδα, είναι – ένα ψέμα που χρησιμοποιείται για να εδραιώσει  ένα άλλο ΨΕΜΑ.

Πού μπορεί να βρει, τότε,  κανείς  έστω και τη σχετική αλήθεια; Εάν, πολύ παλιά τότε που ζούσε ο Δημόκριτος, του φανερώθηκε με τη μορφή μιας θεάς που κείτονταν τόσο βαθειά στον πάτο του πηγαδιού, ώστε η ελπίδα να έρθει στο φως ήταν ελάχιστη, υπό τις σημερινές συνθήκες έχουμε δικαίωμα να πιστεύουμε ότι είναι κρυμμένη, τουλάχιστον, τόσο μακριά όσο κι η μόνιμα αόρατη σκοτεινή πλευρά της σελήνης. Ίσως γι’ αυτό, να λένε, χωρίς δεύτερη σκέψη, τους οπαδούς κάθε κρυμμένης αλήθειας αλλοπαρμένους. Όπως και να έχει το πράγμα, σε καμία περίπτωση και κάτω από καμία απειλή δεν θα εξαναγκαστεί ποτέ το «Λούσιφερ» να υποθάλψει ψέματα που, σιωπηρά,  έχουν γίνει καθολικά αποδεκτά και που εφαρμόζονται  άλλο τόσο  καθολικά. Αντίθετα,  θα μείνει σταθερό στις αποδείξεις, ξεκάθαρες αποδείξεις, προσπαθώντας να κάνει γνωστή την αλήθεια όποτε την εντοπίζει, χωρίς  τα μασκαρέματα των δειλών.  Ο φανατισμός κι η μισαλλοδοξία μπορεί να θεωρούνται ορθόδοξη και συνετή τακτική,  το να ενθαρρύνονται οι  κοινωνικές προκαταλήψεις κι οι προσωπικές ασχολίες  σε βάρος της αλήθειας μπορεί να θεωρούνται σοφός τρόπος για να εξασφαλίσει κάποιο έντυπο την εκδοτική του επιτυχία.  Ας είναι κι έτσι. Οι Εκδότες του «Λούσιφερ» είναι Θεόσοφοι και το μότο που έχουν επιλέξει είναι: Vera pro gratis («το αληθές κάλλιον του ηδέος»,  προτιμότερη η αλήθεια απ’ την ευχαρίστηση.)

Έχουν πλήρη επίγνωση ότι οι σπονδές  κι οι θυσίες του «Λούσιφερ» στη θεά Αλήθεια δεν στέλνουν πικάντικη τσίκνα στη μύτη των αφεντάδων του τύπου, ούτε κι ο λαμπρός «Γιος του Πρωινού» τους μυρίζει όμορφα.  Τον αγνοούν όταν δεν τον εξυβρίζουν γιατί  – veritas odium paret  («η αλήθεια τρέφει το μίσος»).  Ακόμα κι οι φίλοι του έχουν αρχίσει να τον κατηγορούν. Δεν μπορούν να καταλάβουν γιατί να μην είναι ένα καθαρά Θεοσοφικό περιοδικό, με άλλα λόγια, γιατί αρνείται να είναι δογματικό και φανατισμένο. Αντί να αφιερώνει κάθε πόντο στις σελίδες του  στη θεοσοφική και στην απόκρυφη διδασκαλία, τις διαθέτει για  «να δημοσιεύει τα πιο ακραία ετερογενή στοιχεία και αντικρουόμενες δοξασίες».  Αυτή είναι η βασική κατηγορία που του προσάπτουν, στην οποία κατηγορία η δική μας απάντηση είναι – Γιατί, όχι; Η Θεοσοφία είναι θεία γνώση και γνώση θα πει αλήθεια. Κάθε αληθινό γεγονός, κάθε ειλικρινής λόγος είναι, επομένως , αναπόσπαστο μέρος της Θεοσοφίας.

Ο επιδέξιος στη θεία αλχημεία ή έστω αυτός που έχει κάπως ευλογηθεί με το χάρισμα  να αντιλαμβάνεται την αλήθεια, θα την ανακαλύψει και θα την αντλήσει τόσο μέσα σε μια λαθεμένη όσο και σε  μια σωστή πρόταση. Όσο μικρός κι αν είναι ένας κόκκος χρυσάφι μέσα σε έναν τόνο σκουπιδιών, δεν παύει να είναι ευγενές μέταλλο που αξίζει να σκάψει κανείς για να το βγάλει έστω κι αν ταλαιπωρηθεί παραπάνω. Όπως λένε, το να ξέρει κανείς τί δεν είναι κάτι, είναι συχνά εξίσου χρήσιμο  με το να μάθει τί είναι. Ο μέσος αναγνώστης δεν μπορεί να ελπίζει ότι θα βρει σε ένα σεχταριστικό δημοσίευμα συγκεκριμένα στοιχεία  που να αναλύονται όλες οι πτυχές τους, όλα τα υπέρ και τα κατά, γιατί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο η παρουσίασή τους γίνεται σίγουρα με μεροληπτικό τρόπο κι η πλάστιγγα γέρνει προς την πλευρά που εκφράζει την προσωπική  πολιτική του εκδότη.

Επομένως, ένα Θεοσοφικό περιοδικό είναι, ίσως, το μόνο έντυπο όπου μπορεί κανείς να ελπίζει ότι θα βρει, οπωσδήποτε, απαραβίαστη, έστω και κατά προσέγγιση την αλήθεια και τα πραγματικά δεδομένα. Η γυμνή αλήθεια καθρεφτίζεται στο «Λούσιφερ» από όλες τι ς πλευρές, γιατί δεν αποκλείονται από τις σελίδες του ούτε οι φιλοσοφικές ούτε οι θρησκευτικές απόψεις. Και, αφού κάθε φιλοσοφία και θρησκεία, όσο ατελής, ανεπαρκής ή και ανόητη μπορεί να είναι καμιά φορά, οφείλει  να βασίζεται σε κάποιου είδους αλήθεια και σε στοιχεία, ο αναγνώστης έχει, κατά συνέπεια, την ευκαιρία να συγκρίνει, να αναλύει και να κάνει τη δική του επιλογή ανάμεσα στις διάφορες φιλοσοφίες που συζητούνται  στο περιοδικό. Το «Λούσιφερ» παρουσιάζει από το  Μοναδικό παγκόσμιο πετράδι όσες  πλευρές του επιτρέπει ο περιορισμένος χώρος του και λέει στους αναγνώστες του: «Σήμερα διαλέξτε ποιόν θα υπηρετήσετε:  θα υπηρετήσετε τους θεούς της αντίπερα όχθης της πλημμύρας που βούλιαξε τις λογικές δυνάμεις του ανθρώπου και τη θεία γνώση ή τους θεούς που λάτρευαν οι Αμορίτες, θεούς των εθίμων και της κοινωνικής ψευτιάς ή μήπως, τον Κύριο του (ανώτερου) Εαυτού, τον λαμπρό χαλαστή  της σκοτεινής δύναμης της αυταπάτης;». Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι άριστη είναι  εκείνη η φιλοσοφία που τείνει να μειώσει, αντί να αυξήσει ακόμα περισσότερο, τη συσσωρευμένη ανθρώπινη μιζέρια.

Πάντως, η επιλογή είναι στο χέρι του καθενός και μόνο γι’ αυτό το σκοπό ανοίξαμε τις σελίδες μας σε όποιον θέλει να συμβάλει με την άποψή του. Γι’ αυτό και θα βρείτε σ’ αυτές τις σελίδες τις απόψεις του Χριστιανού κληρικού που πιστεύει μεν  στο Θεό και στον Χριστό του αλλά απορρίπτει τις κακόβουλες ερμηνείες και τα δόγματα  που επιβάλλει η αλαζονική Εκκλησία του, παράλληλα με τις δοξασίες του Υλικο-Ιδεαλιστή που αρνείται τον Θεό, την ψυχή και την αθανασία και που δεν πιστεύει σε τίποτα έξω από τον εαυτό του. Οι πιο φανατικοί  Υλιστές θα βρουν φιλοξενία στο περιοδικό μας. Ναι, ακόμα κι εκείνοι που δεν έχουν κανέναν ενδοιασμό να γεμίζουν ολόκληρες σελίδες του  με περιφρονητικά σχόλια και προσωπικές παρατηρήσεις εναντίον μας,  αλλά και με προσβολές κατά της Θεοσοφικής διδασκαλίας που είναι τόσο πολύτιμη για μας.  Μόνο όταν κάποιο περιοδικό ελεύθερης σκέψης, υπό την εποπτεία ενός Άθεου, συμπεριλάβει άρθρο ενός Μυστικιστή ή Θεόσοφου επαινώντας τις αποκρυφιστικές του απόψεις και το μυστήριο του Παραμπράχμαν,  μαζί με παρατηρήσεις,  μόνο τότε θα πούμε ότι το «Λούσιφερ» βρήκε το αντίπαλο δέος.   Όταν ένα Χριστιανικό περιοδικό ή ιεραποστολικό έντυπο δεχτεί κάποιο άρθρο γραμμένο από έναν ελεύθερο στοχαστή που χλευάζει την πίστη του Αδάμ και της πλευράς του, και ασκήσει κριτική στον Χριστιανισμό – στην πίστη του εκδότη του – χωρίς να γίνει φασαρία, τότε θα έχει γίνει αντάξιο του «Λούσιφερ» και θα μπορεί να πει κανείς στ’ αλήθεια ότι έφτασε εκείνο τον βαθμό ανεκτικότητας ώστε να μπορεί να σταθεί στο ίδιο επίπεδο με οποιαδήποτε Θεοσοφική έκδοση.

Όσο, όμως, αυτά τα όργανα δεν κάνουν καμία ανάλογη κίνηση δεν μπορεί παρά να είναι στο σύνολό τους σεχταριστικά, φανατικά, μισαλλόδοξα και να μην έχουν ιδέα τι θα πει  αλήθεια και δικαιοσύνη.   Μπορεί να εξαπολύουν υπαινιγμούς  κατά του «Λούσιφερ» και των εκδοτών του, αλλά δεν μπορούν να θίξουν ούτε το περιοδικό ούτε τους εκδότες του. Στην πραγματικότητα, οι εκδότες του «Λούσιφερ» είναι υπερήφανοι που δέχονται τέτοιες επικρίσεις και κατηγορίες, γιατί αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει κανενός είδους φανατισμός και αλαζονεία στη Θεοσοφία, που είναι αποτέλεσμα της θείας ομορφιάς της διδασκαλίας που διακηρύσσει. Γιατί, όπως είπαμε, η Θεοσοφία επιτρέπει να ακουστούν τα πάντα, να δοθούν ίσες ευκαιρίες σε όλες τις απόψεις. Δεν θεωρεί καμιά άποψη απόλυτα στερούμενη αλήθειας – υπό την προϋπόθεση ότι  είναι ειλικρινής.  Σέβεται τους σκεπτόμενους ανθρώπους, σε όποιο σύστημα σκέψης κι αν ανήκουν. Πανέτοιμη να αντιπαραταχθεί σε ιδέες κι απόψεις που μόνο σύγχυση προκαλούν χωρίς να προάγουν  τη φιλοσοφία, αφήνει όσους τις υποστηρίζουν  να πιστεύουν προσωπικά ό,τι τους αρέσει και δικαιώνει τις ιδέες τους όταν είναι καλές. Όντως, μπορεί κάποιος φιλόσοφος- συγγραφέας να καταλήγει σε συμπεράσματα τελείως αντίθετα προς τις απόψεις  και τη διδασκαλία μας. Ωστόσο, μπορεί τα επιχειρήματα και τα στοιχεία που παρουσιάζει να είναι σωστά, οπότε άλλοι άνθρωποι ίσως να επωφεληθούν από μια αντίθετη φιλοσοφία, ακόμα κι όταν εμείς οι ίδιοι την απορρίπτουμε πιστεύοντας ότι γνωρίζουμε κάτι ανώτερο κι εγγύτερο στην αλήθεια. Σε κάθε περίπτωση, η ομολογία της δικής μας πίστης είναι πια σαφής.  Κι όλα όσα αναφέρονται στις προηγούμενες σελίδες αφενός αιτιολογούν  κι αφετέρου εξηγούν την εκδοτική μας γραμμή.

Συνοψίζοντας όλη την ιδέα αναφορικά με την απόλυτη και τη σχετική αλήθεια, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να επαναλάβουμε ό,τι προείπαμε. Έξω από μια υψηλή πνευματική κατάσταση του νου, όπου ο άνθρωπος γίνεται ένα με τον ΣΥΜΠΑΝΤΙΚΟ ΝΟΥδεν μπορεί να βρει τίποτα στη γη εκτός από κάποια  σχετική αλήθεια ή αλήθειες σε οποιαδήποτε φιλοσοφία ή θρησκεία. Ακόμη κι αν επρόκειτο να βγει στην επιφάνεια  η θεά που βρίσκεται βαθειά μέσα στο πηγάδι-φυλακή της, δεν θα μπορούσε να δώσει στον άνθρωπο περισσότερα απ’ όσα αυτός μπορεί να αφομοιώσει. Στο μεταξύ, κάθε άνθρωπος μπορεί να κάθεται δίπλα στο πηγάδι – που το όνομά του είναι ΓΝΩΣΗ – και να κοιτάζει τον πυθμένα  ελπίζοντας να δει μέσα στα σκοτεινά νερά του τουλάχιστον το καθρέφτισμα της όμορφης εικόνας της Αλήθειας. Ωστόσο, σ’ αυτό ελλοχεύει κάποιος κίνδυνος, όπως παρατηρεί ο Ρίχτερ. Σίγουρα, μπορεί να φανεί πότε-πότε το καθρέφτισμα  κάποιας αλήθειας στο σημείο που κοιτάζουμε, κι αυτό να είναι η ανταμοιβή του υπομονετικού μελετητή. Όμως, προσθέτει ο Γερμανός στοχαστής, «Έχω ακούσει ότι κάποιοι φιλόσοφοι αναζητώντας την Αλήθεια, για να την τιμήσουν δεόντως, το μόνο που είδαν στο νερό και λάτρεψαν ήταν η δικιά τους εικόνα.»…

Ακριβώς για να αποτρέψουν μια τέτοια συμφορά – που έχει βρει  κάθε ιδρυτή θρησκευτικής ή φιλοσοφικής σχολής – οι εκδότες φροντίζουν επιμελώς να δίνουν στον αναγνώστη μόνο όσες αλήθειες  καθρεφτίζονται στον δικό τους εγκέφαλο.  Προσφέρουν στο κοινό μια ευρεία επιλογή και αρνούνται να επιδείξουν φανατισμό και μισαλλοδοξία, που είναι τα βασικά χαρακτηριστικά του Σεχταρισμού. Όμως, αν και  το περιθώριο σύγκρισης είναι μεγάλο, οι αντίπαλοί μας δεν μπορούν να ελπίζουν ότι θα δουν την αντανάκλαση του δικού τους προσώπου στα κρυστάλλινα νερά του δικού μας «Λούσιφερ», χωρίς παρατηρήσεις ή δίκαιη κριτική στα βασικά σημεία, όποτε έρχονται σε αντίθεση  με τις θεοσοφικές απόψεις.

Ωστόσο, αυτό αφορά εξωτερικά το περιοδικό και μόνο την καθαρά διανοητική πτυχή των φιλοσοφικών αληθειών.  Ως προς τα βαθύτερα πνευματικά, και θα μπορούσε σχεδόν να πει κανείς τα θρησκευτικά πιστεύω, κανένας γνήσιος Θεόσοφος δεν πρέπει να τα υποβαθμίζει θέτοντάς τα σε δημόσια συζήτηση. Αντίθετα, θα όφειλε να τα προσέχει ως κόρην οφθαλμού και να τα κρατάει φυλαγμένα βαθειά μέσα στο άβατο της εσώτατης ψυχής του.

Αυτά τα πιστεύω κι αυτές οι διδασκαλίες δεν πρέπει ποτέ να κοινοποιούνται  απερίσκεπτα, γιατί είναι αναπόφευκτος ο  κίνδυνος βεβήλωσης από κακό χειρισμό αδιάφορων ανθρώπων και επικριτών.  Αλλά δεν θα έπρεπε ούτε καν να συμπεριλαμβάνονται σε δημοσιεύματα παρά μόνο σαν θέματα προς εξέταση για την  σκεπτόμενη μερίδα των αναγνωστών.

Οι θεοσοφικές αλήθειες, όταν υπερβαίνουν ένα ορισμένο όριο στοχασμού, είναι προτιμότερο να μην αποκαλύπτονται σε κοινή θέα, γιατί η «απόδειξη πραγμάτων που δεν βλέπουμε» είναι απόδειξη μονάχα για όποιον την βλέπει, την ακούει και τη νοιώθει.

Δεν πρέπει να  αποσπάται από τα «Άγια των Αγίων», από το ναό του απρόσωπου θείου Εγώ ή του εσώτερου ΕΑΥΤΟΥ. Γιατί, ενώ κάθε γεγονός έξω από την αντίληψή του μπορεί, όπως δείξαμε,  να είναι, στην καλύτερη περίπτωση, μόνο σχετική αλήθεια,  μια ακτίνα της απόλυτης αλήθειας μπορεί να καθρεφτιστεί μόνο στον αγνό καθρέφτη της δικιάς της φλόγας – στην ύψιστη ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑ μας.  Και πώς μπορεί το σκοτάδι (της ψευδαίσθησης) να κατανοήσει το ΦΩΣ που λάμπει μέσα του;

 

Περιοδικό «Λούσιφερ», Φεβρουάριος, 1888

"Λούσιφερ" σημαίνει "Εωσφόρος" που είναι ο Φορέας του Φωτός και αφορά τον πλανήτη Αφροδίτη, το αστέρι που φέρνει τη νέα μέρα

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1]  Λέει ο Ιησούς στους «Δώδεκα» - «Υμίν δέδοται γνώναι τα μυστήρια της βασιλείας του Θεού, εκείνοις δε τοις έξω εν παραβολαίς τα πάντα γίγνεται» κλπ.  (Κατά Μάρκον, iv, II)

[2] π.χ. στο σύντομο άρθρο «Αυτοκεντρισμός»- σχετικά με την εν λόγω «φιλοσοφία» ή και στην κορυφή της  Υλικο-Ιδεαλιστικής πυραμίδας στο παρόν Τεύχος. Πρόκειται για μια επιστολή διαμαρτυρίας από τον πολυμαθή Ιδρυτή της συγκεκριμένης Σχολής ως προς ένα δικό μας λάθος. Διαμαρτύρεται ότι «συσχετίζουμε» το όνομά του με τα ονόματα των κ.κ. Χέρμπερτ Σπένσερ, Δαρβίνου, Χάξλεϋ κ. ά., πάνω στο ζήτημα της αθεΐας και του υλισμού, καθώς το φως των παραπάνω ψυχολόγων και φυσικών επιστημόνων  το θεωρεί ο Δρ. Λιούινς τελείως ασταθές, υπερβολικά «ήπιο» και αδύναμο για να τους αξίζει η τιμή να αποκαλούνται  Άθεοι ή έστω και Αγνωστικιστές. Βλέπε, «Αλληλογραφία»  στη Διπλή Στήλη και την απάντηση που δίνει «Ο Αντίδικος».

 

 

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.