You are here: Home Articles About H.P.B. Παραμερίζοντας τα Πέπλα της Ίσιδας
  • Increase font size
  • Default font size
  • Decrease font size
GreekEnglish (United Kingdom)
Search

http://www.blavatsky.gr

Παραμερίζοντας τα Πέπλα της Ίσιδας

E-mail Print PDF
There is no translation.

Έχουν περάσει περίπου 130 χρόνια από τότε που η Ίσις Αποκαλυμμένη, το πρώτο βιβλίο της Έλενας Πέτροβνα Μπλαβάτσκυ, είδε το φως της δημοσιότητας και τάραξε τα πνευματικά ύδατα στα τέλη του 19ου αιώνα. Τόσο η ιστορία που συνοδεύει τη συγγραφή του όσο και αυτό καθεαυτό το περιεχόμενο προκαλούν μέχρι σήμερα σοβαρές συζητήσεις και διεγείρουν κάθε ανήσυχο πνεύμα.

Μέχρι το καλοκαίρι του 1875, λίγους μήνες πριν από την ίδρυση της Θεοσοφικής Εταιρείας, η Μπλαβάτσκυ, όντας στη Νέα Υόρκη μαζί με τον συνεργάτη της συνταγματάρχη Χένρι Όλκοτ, δεν είχε καμιά συγγραφική εμπειρία πέρα από τη δημοσίευση κάποιων άρθων της σε περιοδικά, με δεδομένες και τις δυσκολίες που είχε με την αγγλική γλώσσα.

Ξαφνικά, όμως, εκείνο το καλοκαίρι παρουσιάζει στον συνεργάτη της κάποιες σελίδες γραμμένες στα αγγλικά, στις οποίες παρουσιάζονται τα πρώτα ψήγματα αυτού που έμελλε να εκδοθεί ως Ίσις Αποκαλυμμένη.

Πώς έγινε λοιπόν και αυτή η χαρισματική γυναίκα, δίχως να έχει ουσιαστικά γνώση της αγγλικής γλώσσας, κατάφερε να δώσει στη δημοσιότητα δύο πυκνογραμμένους τόμους που ξεπερνούσαν τις 1000 σελίδες; Η ίδια το εξήγησε τόσο στον συνταγματάρχη Όλκοτ, αλλά και αργότερα, όταν αναφέρθηκε στην επαφή της με την αόρατη εσωτερική αδελφότητα. Ούτε λίγο ούτε πολύ, δήλωσε ότι δεν είναι η ίδια συγγραφέας του έργου αυτού, αλλά καταγραφέας των όσων της υπαγόρευσαν οι αόρατοι αδελφοί που αποκαλούσε Μαχάτμας, οι Διδάσκαλοι.

Φυσικά, πολλοί αμφισβήτησαν αυτή τη δήλωση, και μέχρι σήμερα το κάνουν, ωστόσο αξίζει να αναφέρουμε κάποια στοιχεία που κάνουν το ζήτημα ιδιαίτερα ενδιαφέρον.

Αρχικά, η ίδια κάνει σαφές ότι δεν ήταν άνθρωπος των γραμμάτων προτού γραφεί το Ίσις Αποκαλυμμμένη. Στο τελευταίο άρθρο της με τίτλο «Τα βιβλία μου», στο περιοδικό Lucifer, λίγο πριν τον θάνατό της, το 1891, γράφει: «Όταν το 1873 ήρθα στην Αμερική, είχα να μιλήσω αγγλικά 30 χρόνια, από τότε που είχα μάθει κάποια στην παιδική μου ηλικία. Μπορούσα να τα καταλάβω όταν τα διάβαζα, αλλά δύσκολα μιλούσα τη γλώσσα…», ενώ πιο κάτω συνεχίζει: «Δεν σπούδασα σε κολέγιο και είμαι αυτοδίδακτη. Ποτέ δεν προσποιήθηκα ότι έχω κάποια επιστημοσύνη με την έννοια της σύγχρονης έρευνας. Απέφευγα να διαβάζω οποιαδήποτε ευρωπαϊκά επιστημονικά έργα και συνεπώς ελάχιστα γνωρίζω για την ευρωπαϊκή φιλοσοφία και τις επιστήμες. Τα όσα λίγα από αυτά τα συγγράμματα μελέτησα, με έκαναν να αηδιάσω με τον υλισμό, τους περιορισμούς τους, τον ανυπέρβλητο δογματισμό τους και τον αέρα ανωτερότητας που απέπνεαν σε σχέση με τις φιλοσοφίες και τις επιστήμες της αρχαιότητας. Επίσης, μέχρι το 1874 δεν είχα γράψει ούτε μια λέξη στ’ αγγλικά, ούτε είχε δημοσιευτεί κείμενο δικό μου σε οποιαδήποτε γλώσσα. Δεν είχα ιδέα από κανόνες γραφής, και όλα όσα αφορούν στις εκδόσεις ήταν σφραγισμένα μυστικά για μένα. Όταν άρχισα να γράφω αυτό που αργότερα θα γινόταν η Ίσις Αποκαλυμμένη, δεν είχα ιδέα που θα οδηγούσε… Ήξερα ότι έπρεπε να το γράψω, και αυτό ήταν όλο…» (Φύλλα Παλιού Ημερολογίου, Χένρι Σ. Όλκοτ).

Πάντως, πότε και πού η Μπλαβάτσκυ απέκτησε την επάρκεια να ασχοληθεί με τέτοια εμβρίθεια στο πεδίο των αρχαίων θρησκειών, των φιλοσοφιών και της επιστήμης είναι ένα ζήτημα που η λογική δεν έχει μέχρι σήμερα εξηγήσει ικανοποιητικά. Παρέθετε αποσπάσματα από βιβλία τα οποία δεν είχε στη διάθεσή της όταν έγραφε. Στους δυο τόμους της Ίσιδας υπάρχουν συχνές αναφορές ή και αυτούσια αποσπάσματα από αρχαία κείμενα, μεταξύ των οποίων μπορούμε να αναφέρουμε τον Ναζαρηνό Κώδικα, το Ζοχάρ, έργα του Μιχαήλ Ψελλού, Μαγικά και Φιλοσοφικά κείμενα του Ζωροάστρη, η Αιγυπτιακή Βίβλος των Νεκρών, το Σεφέρ Γετζιρά, τα Ερμητικά κείμενα, τους Ορφικούς Ύμνους, το Ευαγγέλιο του Νικόδημου, το Βιβλίο του Ενώχ, τα Χρυσά Έπη του Πυθαγόρα, τα Ταρώ των Βοημών και πολλά άλλα. Χρησιμοποιεί, επίσης, κείμενα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, αναφέρει αποσπάσματα από τον Θαλή, τον Ηράκλειτο, τον Παρμενίδη, τον Εμπεδοκλή και τον Δημόκριτο, καθώς και των Νεοπλατωνικών Αμμώνιου Σακκά, Πλωτίνου, Πορφύριου, Ιάμβλιχου και Πρόκλου, ενώ δείχνει να γνωρίζει τον Πλούταρχο, τον Φίλωνα τον Ιουδαίο, τον Απολλώνιο τον Τυανέα, τους διάφορους Γνωστικούς κ.ά. Παρατηρούμε ακόμα ότι εξετάζει τους χριστιανούς Πατέρες της Εκκλησίας, από τον Αυγουστίνο έως τον Ιουστίνο τον μάρτυρα, ενώ δείχνει ιδιαίτερα εξοικειωμένη με τον Ειρηναίο, τον Τερτυλλιανό και τον Ευσέβιο, τους οποίους κατηγορεί ως δολιοφθορείς της αληθινής αρχαίας σοφίας. Και βέβαια δεν αφήνει απέξω κανένα από τα αρχαιότατα κείμενα, από την Ανατολή έως τη Δύση, από τις Βέδες έως το Πόπολ Βου. Εμβριθή γνώση επιδεικνύει επίσης στον αποκρυφισμό και τις μαγικές τέχνες του μεσαίωνα και της αναγέννησης, αναφέροντας τα σπουδαία ονόματα που άφησαν τη σφραγίδα τους αυτούς τους χρόνους.

Έτσι προέκυψε το Ίσις Αποκαλυμμένη, το οποίο εκδόθηκε σε δύο τόμους. Ο πρώτος τόμος είχε υπότιτλο Επιστήμη και ο δεύτερος Θεολογία.

Τί ακριβώς ήταν όμως αυτό το έργο και γιατί μέχρι σήμερα διεγείρει το πνεύμα κάθε αναζητητή της εσωτερικής αλήθειας; Η σπουδαιότητά του έγκειται στο γεγονός ότι φρόντισε να ανασηκώσει τα πέπλα που κάλυπταν την απόκρυφη γνώση την εποχή εκείνη. Μετά από αρκετό καιρό, δημοσιεύτηκε ένα έργο που αποσκοπούσε στο να παραμερίσει τα πέπλα της άγνοιας και της υλιστικότητας και να παρουσιάσει την εσωτερική σοφία, το νήμα της οποίας παραμένει αδιάρρηκτο για χιλιάδες χρόνια.
Η κινητήρια σκέψη ήταν να αποκαλύψει τα ίχνη μιας μυστικής επιστήμης, της οποίας οι αρχές είχαν χαθεί από την κοινή θέα. Προσπάθησε να καταδείξει ότι η πλέον ζωτική επιστήμη που η ανθρωπότητα κατάφερε ποτέ να έχει στη διάθεσή της, σήμερα είναι αγνοημένη. Ήθελε να ανάψει και πάλι τη δάδα εκείνης της αρχαίας σοφίας, η οποία θα φώτιζε τη σκοτεινιά της σύγχρονης επιστημονικής υπεροψίας.
Έργο της, λοιπόν, ήταν να επαναδιατυπώσει την απόκρυφη διδασκαλία μέσα από τις αρχαίες επιβεβαιώσεις. Επρόκειτο για γιγάντιο καθήκον. Προϋπέθετε την εμβριθή έρευνα σε όλο το χώρο της αρχαίας θρησκείας, της φιλοσοφίας και της επιστήμης. Έπρεπε με διάκριση να στραφεί στις μυστηριακές παραδόσεις, στις διδασκαλίες και τις πρακτικές, όπου κι αν εμφανίστηκαν, και στη συνέχεια να γίνει αντιπαραβολή, ταξινόμηση, σύγκριση και συστηματική παρουσίαση αυτού του πολυποίκιλου υλικού σαν μια δομική ενότητα.
Οι τόσοι θρύλοι μυστικιστικής δύναμης, οι εκατοντάδες μύθοι και παραβολές ανιχνεύτηκαν στα αρχαία τυπικά ρίχτηκε άπλετο φως στον βαθύτερο συμβολισμό τους. Δεν πρόκειται, ωστόσο, απλώς για μια εγκυκλοπαίδεια της θεωρούμενης μυθικής ζωής της ανθρώπινης φυλής, αλλά μάλλον για μια σύνοψη και μια κωδικοποίηση, θα μπορούσαμε να πούμε, όλου αυτού του όγκου, ώστε η αρχαία σοφία να γίνει κατανοητή στο νου και στην κοινή λογική. Με μια φράση, το καθήκον της ήταν να λυτρώσει ολόκληρο τον αρχαίο κόσμο από το στίγμα της δεισιδαιμονίας, της βάρβαρης άγνοιας και της παιδιάστικης φαντασίας.
Η ίδια η Μπλαβάτσκυ γράφει: «Το έργο που παραδίδεται τώρα σε δημόσια κρίση είναι καρπός ενός είδους εσώτερης γνωριμίας με τους Μύστες της Ανατολής και μελέτης της επιστήμης τους. Είναι ένα έργο περί της μαγικο-πνευματικής φιλοσοφίας και απόκρυφης επιστήμης. Είναι μια προσπάθεια να βοηθηθεί ο σπουδαστής στην ανακάλυψη των ζωτικών αρχών που υποκρύπτονται στα φιλοσοφικά συστήματα του παρελθόντος».
Και αλλού λέει: «Πρόκειται μάλλον για μια σύντομη περίληψη των θρησκειών, των φιλοσοφιών και των παγκόσμιων παραδόσεων υπό το πνεύμα των μυστικών εκείνων διδασκαλιών, τις οποίες κανένας στο χριστιανικό κόσμο –λόγω της προκατάληψης και της μισαλλοδοξίας– δεν προσέγγισε δίχως να τις παραμορφώσει …».
Η Μπλαβάτσκυ αποσκοπεί στην αποκατάσταση τούτης της χαμένης και πλέον ορθής από τις επιστήμες. Από τη μια η μονόπλευρη πόλωση της επιστήμης στην υλική πραγματικότητα απειλεί την όποια πνευματική ανάπτυξη, και από την άλλη οι λαθεμένες θεολογίες κάνουν τον άνθρωπο να χάσει από τα μάτια του την ουσία της θρησκείας, στρέφοντάς τον στα κατασκευασμένα δόγματα. Μας ζητά να υψώσουμε τη φωνή μας διεκδικώντας πνευματική ελευθερία και μας προσκαλεί να απελευθερωθούμε από κάθε είδους τυραννία, είτε προέρχεται από την Επιστήμη είτε από τη Θεολογία.

Παραθέτει τη στάση της απέναντι στον ορθόδοξο θρησκευτισμό, καθώς και απέναντι στην υλιστική επιστήμη. Μας κάνει γνωστό ότι από τις μέρες της αληθινής εσωτερικής σοφίας, το ανθρώπινο γένος άγεται και φέρεται από συστήματα μιας σκοτεινής θεολογίας και επίσης μιας στενόμυαλης επιστήμης, καθώς και οι δυο επιδρούν αποχαυνωτικά προς κάθε εσωτερική αναζήτηση, χωρίς να μας επιτρέπουν να βιώσουμε την ομορφιά και τη χαρά της πνευματικής ανάτασης.
Οι αρχαίοι μελετούσαν τη φύση και λέγεται ότι κατάφεραν ν’ ανακαλύψουν μυστικά της, τα οποία ο σύγχρονος φυσικός ούτε καν διανοείται, απλώς και μόνον διότι μελετά τις νεκρές μορφές των πραγμάτων. Υπάρχουν περιοχές της φύσης που ποτέ δεν θα εκχωρήσουν τα μυστήριά τους στον επιστήμονα εκείνο που είναι εφοδιασμένος μόνο με μηχανικά όργανα. Οι αρχαίοι μελέτησαν τις εξώτερες μορφές της φύσης, αλλά σε σχέση με την εσωτερική ζωή. Κι έτσι παρατήρησαν περισσότερα απ’ ό,τι εμείς, και ήταν πιο ικανοί να βρουν το νόημα όσων παρατηρούσαν. Θεωρούσαν πως τα πάντα στη φύση είναι υλοποίηση του πνεύματος. Συνεπώς, ήταν σε θέση να έχουν ένα επαρκές πεδίο εναρμόνισης της επιστήμης με τη θρησκεία. Οι αρχαίοι δεν λάτρευαν τη φύση, αλλά τη δύναμη πίσω από τη φύση.
Η Μπλαβάτσκυ αντιπαραθέτει τούτη την πληρότητα της αρχαίας σοφίας με τη στειρότητα της σύγχρονης γνώσης. Τονίζει, ότι η επιστήμη δεν έχει μάθει να κοιτάζει έξω από τη γήινη σφαίρα και δεν ερευνά τις αόρατες ουράνιες επιδράσεις. Σύμφωνα με αυτήν, οι αρχαίοι θεωρούσαν δεδομένες τις αμοιβαίες σχέσεις ανάμεσα στα πλανητικά σώματα, σχέσεις τόσο στενές όσο εκείνες που έχουν μεταξύ τους τα όργανα του ανθρώπινου σώματος. Στην αρχαία γνώση δεν υπάρχουν χαμένοι κρίκοι, ούτε χάσματα που θα πρέπει να καλύπτονται με τόμους υλιστικής θεωρητικολογίας.
Αφαιρεί από τους ακαδημαϊκούς το δικαίωμα να λένε την άποψή τους για ένα θέμα που ποτέ δεν ερεύνησαν. Θεωρεί πως η ανικανότητά τους να προσδιορίσουν την αξία της μαγείας είναι τόσο εξόφθαλμη, σαν να επιχειρεί ένας ιθαγενής των νησιών Φίτζι να αξιολογήσει τα πειράματα και τις θεωρίες του Φαραντέι.
Οι υποτιθέμενοι άσχετοι πρόγονοί μας ιχνηλάτησαν το νόμο της εξέλιξης μέσα σ’ όλο το σύμπαν. Αποκάλυψαν πως όλες οι εξελίξεις, από το μακρινότερο άστρο μέχρι τον άνθρωπο, κινούνται από τον κόσμο του πνεύματος προς τον παχυλό κόσμο της ύλης, και από αυτόν και πάλι πίσω προς την πηγή όλων των πραγμάτων. Η πτώση για τους αρχαίους δεν ήταν παρά μια κάθοδος από το πνεύμα, την πρωταρχική πηγή των πάντων, προς διάφορες διαβαθμίσεις της ύλης. Η σύγχρονη γνώση κάνει λόγο μόνο για εξέλιξη. Η αρχαία επιστήμη υποστηρίζει ότι δεν θα μπορούσε να νοηθεί εξέλιξη δίχως προηγούμενη ενέλιξη.

Όταν δε η Έλενα Πέτροβνα Μπλαβάτσκυ αναφέρεται στη θρησκεία, στρέφεται στο ξεχασμένο νόημα των μύθων και στο εσωτερικό κλειδί που αυτοί υποκρύπτουν. «Ο μύθος ήταν η αγαπημένη παγκόσμια μέθοδος διδασκαλίας στους αρχαίους καιρούς», σημειώνει. Και μας υπενθυμίζει ότι ο Πλάτωνας χρησιμοποίησε τους μύθους για να χτίσει το φιλοσοφικό του οικοδόμημα. Και γίνεται ακόμη πιο σαφής, λέγοντας: «Τα παραμύθια δεν απευθύνονται αποκλειστικά στα παιδιά. Όλοι οι άνθρωποι –εκτός από εκείνους τους ελάχιστους σε κάθε εποχή που κατανοούν το βαθύτερο νόημά τους και προσπαθούν ν’ ανοίξουν τα μάτια στους δεισιδαίμονες– τα ακούν με τη μια ή την άλλη μορφή και, αφού τα μεταμορφώνουν σε ιερά σύμβολα, αυτό που παράγεται το αποκαλούν Θρησκεία». Ωστόσο, αλλού είναι πιο επεξηγηματική: «Σε κάθε θρησκεία υπάρχουν κάποιοι μύθοι, αλλά υπάρχει και ιστορικό και επιστημονικό υπόβαθρο σε αυτήν. Οι μύθοι επικρατούν στο βαθμό που εμείς παρεξηγούμε τα όσα παραθέτουν, στην ουσία όμως είναι αλήθειες από τη στιγμή που γίνονται κατανοητοί».
Για την Μπλαβάτσκυ, κάθε σκεπτόμενος άνθρωπος είναι σε θέση να αντιληφθεί το εσωτερικό υπόβαθρο των διδασκαλιών του Χριστού και του Βούδα. Επιτίθεται, όμως, με δριμύτητα στο χριστιανικό ιερατείο, θεωρώντας ότι οι πατέρες της χριστιανικής εκκλησίας ευθύνονται για τη διαστρέβλωση που έχει υποστεί ο Χριστιανισμός. Επιμένει ότι το αυθεντικό μήνυμα του Χριστού, ο οποίος για μία και μοναδική φορά ενσαρκώθηκε στη Γη, διαστρεβλώθηκε και χάθηκε από τις πατερικές ερμηνείες και τα δόγματα που δημιούργησαν οι αποκαλούμενοι εκπρόσωποί του. Πέρα από το ότι γεννήθηκε από παρθένο, ήταν λυτρωτής και θυσιάστηκε, ένα μοτίβο που συναντάμε σε μια σειρά προηγούμενων παγανιστικών θεών, υποστηρίζει ότι σε Αυτόν υπάρχει κάτι περισσότερο που πρέπει να αναζητηθεί και στο οποίο να δοθεί η απαραίτητη έμφαση.
Τα παρακάτω λόγια είναι χαρακτηριστικά της στάσης της απέναντι στη χριστιανική θεολογία που αναπτύχθηκε μετά Xριστόν: «Για πάνω από 15 αιώνες, χάρη στη τυφλή βαρβαρότητα εκείνων των μεγάλων βανδάλων της πρώιμης χριστιανικής ιστορίας, του Κωνσταντίνου και του Ιουστινιανού, η αρχαία σοφία σιγά σιγά παρήκμασε μέχρι που βαθμιαία καταποντίστηκε στα βάθη της δεισιδαιμονίας και της άγνοιας…»
Θα μπορούσε κανείς να διακρίνει μια διαφοροποίηση που η Μπλαβάτσκυ επιχειρεί με τα γραφόμενά της. Διαχωρίζει το επίπεδο της εσωτερικής γνώσης στο οποίο μπορεί να έχει πρόσβαση όλος ο κόσμος, και επισημαίνει ότι η εσωτερική γνώση θα μπορούσε να είναι προσιτή σε όλους μόνο εάν το σύνολο της ανθρωπότητας έφτανε στη φώτιση, ειδάλλως αυτή η γνώση θα είναι κτήμα όσων φτάνουν στο ανάλογο εξελικτικό επίπεδο, αφήνοντας έτσι να εννοηθεί ότι οι διάφορες θρησκείες ουσιαστικά αποτελούν την εξωτερική έκφραση αυτής της γνώσης. Το σύνολο της ανθρωπότητας έχει τη θρησκεία, η οποία δίνει τα εναύσματα για πνευματική αναζήτηση και ανοίγει μονοπάτια προσέγγισης της εσώτερης αλήθειας. Αλλά η εσωτερική γνώση διδασκόταν στα Μυστήρια της αρχαιότητας, και κάτι αντίστοιχο οφείλουν να κάνουν οι ειλικρινείς εσωτερικές σχολές της εποχής μας.
Η Μπλαβάτσκυ αναλαμβάνει στην Ίσιδα να δώσει μια πραγματική ιδέα περί μαγείας, εξυψώνοντάς την στις βαθμίδες της αληθινής επιστήμης. Δηλώνει ότι η γνήσια μαγεία είναι ένα επιβεβαιωμένο γεγονός, ένα αναπόσπαστο τμήμα της ιστορίας του ανθρώπου, και ότι όχι απλώς είναι αληθινή αλλά συνιστά την ύψιστη απόδειξη της συγγένειας του ανθρώπου με τη φύση.
Μάλιστα, εξηγεί πως η μαγεία βασίζεται σε μια ανταποδοτική συμπάθεια ανάμεσα σε ουράνιες και γήινες φύσεις. Βασίζεται στις μυστηριώδεις συνάφειες που υφίστανται μεταξύ οργανικών και ανόργανων σωμάτων, ανάμεσα στις ορατές και τις αόρατες δυνάμεις του σύμπαντος. Η βάση της μαγείας βρίσκεται στην εμβριθή και ουσιαστική γνώση των νόμων της Φύσης. Για εκείνη, «το ότι η μαγεία είναι πραγματικότητα, αποτελεί το ηθικό δίδαγμα αυτού του βιβλίου». 

Σήμερα μπορεί κανείς να αναρωτηθεί, πώς είναι δυνατόν να μας αφορά ένα βιβλίο υπεραιωνόβιο. Κι όμως, φαίνεται ότι όλα όσα πέρασε από τότε η ανθρωπότητα δεν έχουν μεταβάλλει και πολύ τη συνειδησιακή της εστίαση. Είναι γεγονός ότι έχουν γίνει τεράστια τεχνολογικά άλματα, σημαντικότατες επιστημονικές επιτεύξεις. Αλλά προς ποια κατεύθυνση; Και πάλι προς την υλική όψη των πραγμάτων. Βελτιώθηκε το επίπεδο ζωής, αλλά οι επιστήμονες συνεχίζουν να αγνοούν τους αόρατους κόσμους. Στις μέρες μας οι ειδήμονες κλείνουν τα μάτια εμπρός στα όσα συντελούνται ακριβώς δίπλα τους, αν και οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι υπάρχουν φωτεινές εξαιρέσεις.

Από την άλλη, τα θρησκευτικά ιερατεία βασίζουν την εξουσία τους στην άγνοια και τον φανατισμό του κόσμου, μέχρι και πόλεμοι γίνονται με προμετωπίδα τη θρησκευτική πίστη. Περισσότερο από ποτέ σήμερα τα ιερατεία κρατούν μια αδιάλλακτη θέση, λες και φοβούνται μη χάσουν την πρωτοκαθεδρία τους σ’ έναν κόσμο που πρώτα οι ίδιοι έπρεπε να αντιλαμβάνονται ότι είναι τόσο ρευστός και εφήμερος.

Τόσο οι επιστήμονες όσο και οι θρησκευτικοί ηγέτες δεν βλέπουν το βάθρο που τρίζει κάτω από τα πόδια τους, σε μια εποχή που δικαίως χαρακτηρίζεται μεταβατική. Μια εποχή στην οποία φαίνεται ότι έχουν αρχίσει οι ωδίνες του τοκετού, καθώς κάτι νέο ετοιμάζεται να γεννηθεί. Και αυτό το νέο θα πηγάσει από την αστείρευτη πηγή της εσωτερικής σοφίας που ρέει ασταμάτητα από τα πρώτα μας βήματα σε τούτον τον πλανήτη. Για άλλη μια φορά το πέπλο της Ίσιδας θα ανασηκωθεί, και τούτη τη φορά το διογκούμενο ρεύμα της εσωτερικής σοφίας θα σπάσει τα φράγματα της χωριστικότητας ανάμεσα στην επιστήμη και τη θρησκεία. Αυτό είναι που θα γεφυρώσει όλη την ανθρώπινη γνώση, θα ενώσει τα ποτάμια των ιδεών και θα τα στρέψει προς τη μία και μοναδική κατεύθυνση, προς τις περιοχές του αθάνατου πνεύματος και προς την ένωση με τη Μονάδα από την οποία όλα προέρχονται….

Ο κ.Κων.Καλογερόπουλος είναι ιδιοκτήτης του Εκδοτικού Οίκου "ΙΑΜΒΛΙΧΟΣ". Το ανωτέρω άρθρο είναι η εισήγησή του, την οποία παρουσίασε την Ημέρα του Λευκού Λωτού, που πραγματοποιήθηκε στις 14 Μαϊου 2006. Η εκδήλωση οργανώθηκε από το Θεοσοφικό Κίνημα, Αθήνα ULT, προς τιμή της ιδρύτριάς του, Ε.Π.Μπλαβάτσκυ.