Το παρόν θέμα αφορά στην έννοια και τη σχέση δύο πηγών γνώσης : της Επιστήμης και του Αποκρυφισμού.
Φυσικά, όλοι σκεφτόμαστε, ακούγοντας τους δύο αυτούς όρους, ότι δεν είναι τίποτε άλλο εκτός από δύο τελείως αντίθετες έννοιες . Έτσι έχουμε μάθει να τις αντιλαμβανόμαστε. Είναι όμως αυτή η αντίληψη σωστή; Ακριβώς αυτό θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε σήμερα.
Ας προσεγγίσουμε αρχικά τους δύο αυτούς όρους ετυμολογικά:
Ο όρος «Επιστήμη» προέρχεται από το ρήμα επίσταμαι που σημαίνει, στην κυριολεξία, το να βρίσκεται κανείς πάνω από κάτι και επομένως να ασχολείται σχολαστικά με αυτό, να το κατέχει, να το γνωρίζει και να το ελέγχει πλήρως. Άρα επιστήμη είναι το σύνολο των συστηματικών και επαληθεύσιμων γνώσεων, καθώς και η έρευνα αυστηρώς καθορισμένων πεδίων του επιστητού, δηλ. αυτού που μπορεί να προσεγγίσει ο άνθρωπος μέσω της γνώσης και αποτελεί αντικείμενο (επιστημονικής) έρευνας, με συγκεκριμένες και ορθολογιστικές μεθόδους, όπως π.χ. παρατήρηση, πείραμα, υπόθεση, επαγωγή. (λεξικό Μπαμπινιώτη)
Αποκρυφισμός, σύμφωνα με το λεξικό του Τζ. Ντε Πουρούκερ, σημαίνει κυριολεκτικά την επιστήμη του κρυμμένου, του απόκρυφου.
Ο Αποκρυφισμός είναι ένας γενικευμένος όρος για τις επιστήμες που ασχολούνται με τα μυστικά του Σύμπαντος και, όπως το ορίζει η Έλενα Μπλαβάτσκυ, «τα φυσικά και ψυχικά, τα νοητικά και πνευματικά…»
Το πεδίο έρευνας του Αποκρυφισμού δεν περιλαμβάνει μόνον το φυσικό, φυσιολογικό, ψυχολογικό και πνευματικό μέρος του ανθρώπινου όντος, αλλά εκτείνεται και στη μελέτη της δομής, της λειτουργίας, της καταγωγής και της μοίρας, του πεπρωμένου του Κόσμου.
Με τον όρο Κόσμος εννοούμε την απεριόριστη ζωή που εκφράζεται μέσα από τις μυριάδες οντοτήτων και μορφών που παράγουν τη θαυμαστή ποικιλότητα και διαφορετικότητα που βλέπουμε γύρω μας.
Ο άνθρωπος πάντοτε, σε όλη την ιστορία του, παρατηρούμε ότι προσπάθησε να εξηγήσει τον φυσικό κόσμο που τον περιβάλει και τα διάφορα φυσικά φαινόμενα. Αναζητούσε να μάθει τί συμβαίνει γύρω του, ποιά η αρχή του κόσμου, ποιοί νόμοι διέπουν τον κόσμο, ποιός ο σκοπός και ποιά η πορεία του. Ανέκαθεν πίστευε ότι η αλήθεια και η γνώση που αναζητά θα τον βοηθήσει να ζήσει ισορροπημένα και αρμονικά.
Απάντηση στα ερωτήματα αυτά του ανθρώπου προσπάθησαν να δώσουν αρχικά οι μυθολογικές απόψεις, που προσπαθούσαν να περιγράψουν τη συγκρότηση του φυσικού κόσμου. Με την πάροδο όμως του χρόνου, την εξέλιξη του ανθρώπου και την επακόλουθη ανάπτυξη της ανθρώπινης νόησης, αυτές οι μυθολογικές απόψεις δεν μπορούσαν να ικανοποιήσουν τον άνθρωπο και στοχαστές-ερευνητές-φιλόσοφοι προσπάθησαν να δώσουν απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα του ανθρώπου. Έτσι άρχισαν να διατυπώνονται οι πρώτες θεωρίες των μεγάλων φυσικών φιλοσόφων της αρχαιότητας, όπως ο Θαλής ο Μιλήσιος, ο οποίος διατύπωσε τη θεωρία ότι ο κόσμος έχει μόνο μία δημιουργική αρχή. Αυτή η δημιουργική αρχή, σύμφωνα με τον Θαλή, ήταν το νερό. Ο Αναξίμανδρος ονομάζει Αρχή την πρωταρχική υλική ουσία, την οποία ταυτίζει με το άπειρο, που το θεωρεί αθάνατο και διατυπώνει την άποψη ότι όλοι οι κόσμοι γεννιούνται από αυτό και επιστρέφουν σε αυτό.
Ο Ηράκλειτος ο Εφέσιος θεωρεί ως πρώτη αρχή το πυρ.
Οι ατομικοί φιλόσοφοι της αρχαιότητας, ο Λεύκιππος και ο Δημόκριτος ο Αβδηρίτης, διατύπωσαν τη θεωρία ότι το Σύμπαν αποτελείται από το πλήρες και το κενό, «το όν και το μη όν», από τα οποία το πλήρες συνιστούσε την ύλη. Υποστήριξαν την άποψη ότι η ύλη δεν είναι ενιαία και συμπαγής, αλλά συντίθεται από άτμητα στοιχειώδη σωμάτια , τα οποία για τον λόγο ότι είναι άτμητα ονόμασαν άτομα, και τα οποία είναι αιώνια, δεν έχουν αρχή, γεννήθηκαν αυτόματα και είναι προικοδοτημένα με την ιδιότητα της κίνησης. Τα σωμάτια αυτά παρουσιάζουν απειρία σχημάτων και με τις στροβιλώδεις κινήσεις τους ενώνονται και σχηματίζουν το πυρ, τον αέρα, το νερό και τη γη.
Ο Επίκουρος, κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, διατυπώνει το αξίωμα ότι «ουδέν γίγνεται εκ μη όντος και ουδέν φθείρεται εις το μη όν» δηλαδή ότι τίποτε δεν δημιουργείται από την ανυπαρξία και τίποτε δεν καταλήγει στην ανυπαρξία. Υποστηρίζει ότι αρχή του κόσμου είναι το κενό και τα άτομα με τους ποικίλους συνδυασμούς τους.
Ο Αναξαγόρας υποστηρίζει ότι το άτομο (το φυσικό) δεν είναι άτμητο και ότι κινούσα αιτία και μορφοποιητική δύναμη που σχηματίζει τον Κόσμο και επιβάλει τάξη στο χάος, είναι ο Νους, που διακρίνεται από την ύλη λόγω της απλότητας, της καθαρότητας και της αυθυπαρξίας του.
Ο Πλάτωνας διατυπώνει την ιδέα της συγκρότησης των πάντων μέσω μιας πρωταρχικής, αγαθοποιού ουσίας, ασύλληπτης από τις αισθήσεις του ανθρώπου και αντιληπτής μόνο από τον Νου. Αυτή είναι η «Πρώτη Ιδέα» του Πλάτωνα. Αυτή η Πρώτη Ιδέα μορφοποιεί τον Χώρο, ώστε μέσω αυτού να βρουν μια υποτυπώδη αισθητή έκφραση κάποιες ελάχιστες ιδιότητές της.
Με την πάροδο των αιώνων, και ιδιαίτερα με την επικράτηση του Χριστιανισμού, οι θεωρίες αυτές των αρχαίων φιλοσόφων, και ιδιαίτερα των λεγομένων «ατομικών φιλοσόφων», εξοστρακίστηκαν και θεωρήθηκαν αιρετικές. Οτιδήποτε προσπαθούσε να εξηγήσει τον φυσικό κόσμο με τρόπο που δεν συνέπιπτε με τις απόψεις της Εκκλησίας θεωρείτο έργο σατανικό. Αυτά τα χρόνια και η επιστήμη και η φιλοσοφία βρέθηκαν εγκλωβισμένες στα θρησκευτικά δόγματα. Αυτό που κυριαρχεί είναι ο δογματισμός και οι προκαταλήψεις. Ο νους του ανθρώπου έπρεπε να λειτουργεί, να σκέπτεται σύμφωνα με τις επικρατούσες ιδέες. Η πρωτότυπη και ξεχωριστή ιδέα-σκέψη όχι μόνο δεν ενθαρρυνόταν, αλλά και διωκόταν διότι την θεωρούσαν αποτέλεσμα δράσης σατανικών δυνάμεων. Τα ερωτήματα και τα προβλήματα του ανθρώπου θα έπρεπε να απαντηθούν και να λυθούν από μία συγκεκριμένη συνταγή, μία φόρμουλα που περιλάμβανε τα πάντα. Τα προβλήματα και οι ανθρώπινες αγωνίες ήταν εκδηλώσεις είτε Θείας είτε Σατανικής επιθυμίας.
Έτσι για πάρα πολλά χρόνια κυριαρχεί η απόλυτη παράδοση της Δυτικής σκέψης σε διδασκαλίες ατόμων που πίστευαν ότι γνώριζαν τη θεία επιθυμία
Όμως πάντα υπήρξαν άνθρωποι που επέμεναν να σκέπτονται ελεύθερα και αρνούνταν να υποκύψουν στην τυφλή πίστη, άσχετα αν αυτή την επίμονή τους την πλήρωσαν πολλές φορές με την ίδια τη ζωή τους. Έθεσαν όμως τις βάσεις της σύγχρονης επιστήμης.
Μετά την μακρόχρονη μεσαιωνική τυφλή πίστη στο θρησκευτικό δόγμα, ακολουθεί η απόλυτη προσήλωση στην επιστημονική απόδειξη. Πραγματικότητα είναι ό,τι είναι υλικό, δηλαδή ό,τι είναι αντιληπτό με τις πέντε αισθήσεις μας. Είναι φανερό ότι η αντίληψη αυτή δεν είναι παρά μια αντίδραση ενάντια στη θρησκευτική προκατάληψη που εμπόδιζε την πρόοδο της επιστήμης και την έρευνα για τόσα πολλά χρόνια.
Έχουμε λοιπόν τώρα μια υλιστική προσήλωση, μια εργαστηριακή ερμηνεία, βάσει μηχανικών όρων και φυσικών αρχών που απλοποιούσε τα φυσικά φαινόμενα και τα έκανε εύκολα κατανοητά και αντιληπτά από τη λογική του ανθρώπου.
Παρατηρούμε όμως ότι με την πρόοδο της επιστήμης, πολλοί επιστήμονες απαγκιστρώνονται σιγά – σιγά από την καθαρά υλιστική άποψη και αρχίζουν να υποψιάζονται την ύπαρξη και άλλων παραμέτρων και καταστάσεων.
Οι εξελίξεις της σύγχρονης φυσικής άνοιξαν εντελώς νέους ορίζοντες στους επιστήμονες. Ορίζοντες που τους έκαναν να αναζητούν κάτι νέο πέρα από αυτά που θεωρούσαν δεδομένα ως τον εικοστό αιώνα.
Παρατηρούμε ότι η σύγχρονη επιστήμη, μετά από μια μακρά πορεία απομάκρυνσης και απόρριψης των θεωριών του Αποκρυφισμού, αρχίζει να τον αποδέχεται, να τον προσεγγίζει. Αρχίζει να διαμορφώνει μια νέα εικόνα για τον κόσμο, μια εικόνα που παρουσιάζει καταπληκτικές ομοιότητες με τις αποκρυφιστικές θεωρίες.
Χαρακτηριστικά γράφει ο μεγάλος φυσικός Οπενχάϊμερ :
«Οι βασικές αρχές που ακολούθησε η ανθρώπινη σκέψη …για να μας οδηγήσει στις πρόσφατες ανακαλύψεις της ατομικής φυσικής δεν είναι εντελώς άγνωστες, ούτε πρωτότυπες, ούτε καινούριες. Ουσιαστικά στοιχεία τους υπάρχουν στα πλαίσια της ιστορίας της σκέψης του δικού μας πολιτισμού (του Ευρωπαϊκού), αλλά εκτεταμένες διατυπώσεις βρίσκουμε εύκολα στα θεωρητικά θεμέλια του Βουδδισμού και του Ινδουισμού. Έτσι οι πρόσφατες ανακαλύψεις δεν είναι τίποτε περισσότερο από εξειδικεύσεις και λεπτομερειακές διερευνήσεις της βασικής διδασκαλίας της αρχαίας σοφίας.»
Και ο επίσης φυσικός Νήλς Μπόρ γράφει : « Αν μας ενδιαφέρει μια αναλογία διατύπωσης της ατομικής θεωρίας ….(θα πρέπει να την αναζητήσουμε) στα επιστημολογικά προβλήματα που έθεσαν πριν πολλούς αιώνες οι μεγάλοι στοχαστές της Ανατολής, όπως ο Βούδδας και ο Λάο Τσε, εφόσον αυτοί ήταν που αναζήτησαν έναν αρμονικό συσχετισμό ανάμεσα στις ταυτόχρονες θέσεις μας, ως θεατών αλλά και ως ηθοποιών στο μεγάλο δράμα της ύπαρξης.»
Όταν η Έλενα Πετρόβνα Μπλαβάτσκυ έγραφε τον 19ο αιώνα το μεγάλο της έργο «Η Μυστική Διδασκαλία» και διατύπωνε μέσα σε αυτό την απόκρυφη γνώση, το άτομο ακόμα δεν είχε διαιρεθεί και δεν είχαν διατυπωθεί οι θεωρίες της διάσπασης του ατόμου, των υποατομικών στοιχείων και της κβαντικής φυσικής.
Εκείνη την εποχή η μεγάλη αποκρυφίστρια έγραφε ότι «πρέπει να δεχτούμε ότι η δύναμη είναι “κινούμενη ύλη”, ή “ύλη σε κίνηση” και μια εκδήλωση της ενέργειας ή ότι η ύλη και η δύναμη είναι φαινομενικές, διαφοροποιημένες όψεις της μιας αρχέγονης, αδιαφοροποίητης Κοσμικής Ουσίας.»
Είναι φανερό ότι εδώ δηλώνεται ότι η ύλη και η ενέργεια είναι διαφορετικές φάσεις του ίδιου φαινομένου και η ύλη μπορεί να μετατραπεί σε ενέργεια. Άρα η φαινομενική στερεότητα του ατόμου και της ύλης δεν είναι παρά μια πλάνη. Η ιδέα ότι η ύλη δεν είναι παρά μια διαφορετική όψη της ενέργειας κυριαρχούσε και σε ολόκληρη την αρχαία παράδοση, αλλά φυσικά απορρίφτηκε από την υλιστική επιστημονική σκέψη του 19ου αιώνα.
Επικυρώθηκε όμως, όπως γνωρίζουμε, τον εικοστό αιώνα από τον Αϊνστάιν.
Επίσης δεν ήταν δεκτό από την επιστήμη του 19ου αιώνα το ότι το άτομο μπορεί να έχει άπειρες υποδιαιρέσεις. Την εποχή αυτή, που το άτομο θεωρείται άτμητο, γράφει η Έλενα Μπλαβάτσκυ στη Μυστική Διδασκαλία: «Ο δογματικός του υλισμού διακηρύσσει ότι η αποδοχή της άπειρης διαιρετότητας είναι παράλογη και ισοδυναμεί με την αμφιβολία για την ίδια την ύπαρξη της ύλης. Λοιπόν ο υλισμός λέει ότι το άτομο είναι αδιαίρετο. Δείτε τώρα σε τι περίεργη αντίφαση οδηγεί τους υλιστές αυτή η θεμελιώδης αρχή: Το άτομο είναι αδιαίρετο και ταυτόχρονα ξέρουμε ότι είναι ελαστικό. Προσπάθεια αφαίρεσης της ελαστικότητάς του θα ισοδυναμούσε με παραλογισμό. Απόλυτα μη ελαστικά άτομα δεν θα μπορούσαν ποτέ να εμφανίσουν ούτε ένα από τα αναρίθμητα εκείνα φαινόμενα που αποδίδονται στις αλληλεπιδράσεις τους. Χωρίς καμιά ελαστικότητα τα άτομα δεν θα μπορούσαν να εκδηλώσουν την ενέργειά τους και η ύλη των υλιστών θα παρέμενε στερημένη από κάθε δύναμη. Επομένως, αν το Σύμπαν αποτελείται από άτομα, τότε αυτά τα άτομα πρέπει να είναι ελαστικά. Εδώ ακριβώς συναντάμε ένα αξεπέραστο εμπόδιο. Γιατί ποιές είναι οι συνθήκες που απαιτούνται για την εκδήλωση της ελαστικότητας; Μια ελαστική μπάλα, όταν προσκρούσει σε ένα εμπόδιο, πλαταίνει και συστέλλεται, πράγμα που δεν θα μπορούσε να κάνει αν δεν αποτελείτο από μόρια η σχετική θέση των οποίων υφίσταται ,τη στιγμή της πρόσκρουσης, μια προσωρινή αλλαγή. Αυτό μπορούσε να ειπωθεί για την ελαστικότητα γενικά. Καμία ελαστικότητα δεν είναι δυνατή, χωρίς αλλαγή σχετικά με τη θέση των συστατικών μερών ενός ελαστικού σώματος. Αυτό σημαίνει ότι το ελαστικό σώμα είναι και αποτελείται από μόρια, ή, με άλλα λόγια, ότι η ελαστικότητα μπορεί να ανήκει μόνο σε εκείνα τα σώματα που είναι διαιρετά. Και το άτομο είναι ελαστικό….
"Αυτό αρκεί για να δείξει πόσο παράλογη είναι η ταυτόχρονη αποδοχή της αδιαιρετότητας και της ελαστικότητας του ατόμου. Το άτομο είναι ελαστικό, άρα το άτομο είναι διαιρετό και πρέπει να αποτελείται από υπο-άτομα. Και αυτά τα υπο-άτομα; Ή είναι μη ελαστικά και σε αυτή την περίπτωση δεν παρουσιάζουν δυναμική σημασία, ή είναι επίσης ελαστικά και τότε και αυτά επίσης υπόκεινται σε διαιρετότητα. Αυτό επ’ άπειρον. Αλλά η άπειρη διαιρετότητα των ατόμων ανάγει την ύλη σε απλά κέντρα δύναμης, δηλαδή αποκλείει την πιθανότητα αντίληψης της ύλης σαν ένα αντικειμενικό υλικό » (Μ.Δ. Ι, 519)
Σήμερα πράγματι, η σύγχρονη φυσική, η κβαντική φυσική, δέχεται ότι υπάρχουν υπο-ατομικά συστατικά. Ομάδες μικρότερων σωματιδίων που ονομάστηκαν «στοιχειώδη σωμάτια» ή «κουάρκς» , όπως τα ονόμασε ο Τζώρτζ Τζβάιγκ. Διατυπώνεται ακόμη σήμερα η άποψη ότι δεν έχουμε φτάσει ακόμα στην ουσιαστική δομική ρίζα της ύλης και ότι, πέρα από τα κουάρκ, θα πρέπει να υπάρχει ένα άγνωστο ακόμα πρωταρχικό και μοναδικό δομικό συστατικό, το οποίο ίσως είναι η βάση της συμπαντικής δημιουργίας.
Η σύγχρονη αστροφυσική δέχεται τη θεωρία της μεγάλης έκρηξης, του γνωστού Big Bang, σχετικά με τη δημιουργία του σύμπαντος. Το 1927 ο Λεμαίτρ, βασιζόμενος στη θεωρία της σχετικότητας του Αϊνστάιν, διατύπωσε τη θεωρία της μεγάλης έκρηξης .
Σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, ολόκληρη μάζα του σύμπαντος, στην πρώτη περίοδο της ζωής του, ήταν συγκεντρωμένη σε ένα σημείο, το οποίο ονόμασε “αρχικό σημείο”.
Το πρωταρχικό αυτό άτομο εν καιρώ εξερράγη. Από την έκρηξη και την εκτοξευθείσα ύλη γεννήθηκαν οι γαλαξίες και τα αστέρια του σημερινού σύμπαντος. Άρα στο αρχικό σημείο, στο σημείο 0, υπήρχαν όλα όσα υπάρχουν σήμερα στο σύμπαν, υπήρχε ολόκληρος ο εκδηλωμένος Κόσμος.
Είναι ενδιαφέρον να δούμε δύο περιγραφές της αρχής του Κόσμου. Η μία γίνεται από την Μαντάμ Μπλαβάτσκυ, στη Μυστική Διδασκαλία και η άλλη από τον Ρόμπερτ Τζάστροου, διευθυντή του Ινστιτούτου διαστημικών μελετών.
Γράφει, λοιπόν, η Έλενα Μπλαβάτσκυ:«Το σκοτάδι ακτινοβολεί φως και παρατηρείται να εκλύεται απαράμιλλη δόξα. Φωτεινό διάστημα, γέννημα του σκοτεινού διαστήματος!»
Και ο Τζάστροου, σχετικά με το ίδιο θέμα, γράφει: « Αν απεικονίσουμε την ακτινοβόλα μεγαλοπρέπεια της στιγμής της δημιουργίας, ξαφνικά ένας κόσμος καθαρής ενέργειας έρχεται σε ύπαρξη. Αφάνταστη λαμπρότητα γεμίζει το Σύμπαν»
Είναι φανερό, λοιπόν, ότι η σύγχρονη επιστήμη, μετά από μια μακρόχρονη πορεία απομάκρυνσης από τον Αποκρυφισμό και πλήρους απόρριψής του, αρχίζει να τον προσεγγίζει. Φυσικά δεν παραδέχεται την προσέγγιση αυτή, αλλά είναι ολοφάνερο ότι η σύγχρονη επιστήμη μας προσφέρει μια εικόνα του κόσμου, που ανταποκρίνεται θαυμάσια με την εικόνα που μας δίνουν οι εσωτερικές παραδόσεις.
Φαίνεται να γίνεται πραγματικότητα αυτό που η Έλενα Μπλαβάτσκυ γράφει στη Μυστική Διδασκαλία:
«Αν υπάρχει πάνω στη γη αυτό που λέμε πρόοδος, τότε κάποια μέρα η επιστήμη θα πρέπει, εκών άκων, να εγκαταλείψει ιδέες όπως είναι οι φυσικοί αυτοκαθοδηγούμενοι νόμοι της – κενοί από ψυχή και πνεύμα – και ύστερα να στραφεί στις αποκρυφιστικές διδασκαλίες. … Τα άτομα, ο αιθέρας, η ίδια η περιστροφή : όλα έρχονται στη σύγχρονη επιστήμη από αρχαίες ιδέες, όλα βασίζονται στις αντιλήψεις των αρχαϊκών εθνών» (Μ.Δ. Ι, 507)
Και σε άλλο σημείο διαβάζουμε : «Η επαγωγική επιστήμη, στους κλάδους της Αστρονομίας, της Φυσικής και της Χημείας, ενώ προχωρεί δειλά προς την κατάκτηση των μυστικών της Φύσης στα τελικά αποτελέσματα πάνω στο γήινο πεδίο μας, από την άλλη μεριά υποχωρεί πίσω στις μέρες του Αναξαγόρα όσον αφορά τις ανακαλύψεις α) της προέλευσης του φαινομενικού μας κόσμου και β) του τρόπου σχηματισμού των σωμάτων που αποτελούν το Σύμπαν. Και αφού για τις κοσμολογικές υποθέσεις τους αναγκάστηκαν να στραφούν πίσω, στις πίστεις των πρώτων φιλοσόφων και στα συστήματά τους,…. δεν έχουμε λοιπόν το δικαίωμα να πιστεύουμε ότι δεν είναι μακριά η μέρα που η επιστήμη θα δείξει μεγαλύτερη εκτίμηση για τη σοφία των αρχαίων, από όση έδειξε μέχρι σήμερα;"
Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι η απόκρυφη φιλοσοφία μπορεί να αποδείξει πολλά μέσα από τη σύγχρονη επιστήμη. Αλλά και η επιστήμη, επίσης, μπορεί να ευεργετηθεί από την αρχαία γνώση, με πολλούς τρόπους και σε πολλούς τομείς, και κυρίως στον τομέα της Κοσμογονίας.
Η Επιστήμη και ο Αποκρυφισμός δεν είναι δύο αντίθετα στρατόπεδα, μπορούν και πρέπει να είναι συνεργάτες.








