Η Ζωή και το Έργο του Τζέφρυ Φάρδινγκ

Ματιές στην Αυτοβιογραφία ενός κορυφαίου Θεόσοφου

αναδημοσιευμένο από το http://www.esoteric-philosophy.com

 

Την στιγμή που πεθαίνει κάποιος – μας λέει η εσωτερική φιλοσοφία- ξαναβλέπει όλη τη ζωή του που τώρα φτάνει στο τέλος της.

Αυτή η αποτίμηση κρατάει ένα –δύο λεπτά από πλευράς χρόνου. Ωστόσο η άτυπη προετοιμασία της εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια της ύπαρξής του – ξεκινώντας από τότε που άρχισε η ζωή του.

Είναι γεγονός ότι εμείς ως θνητοί κάθε βράδυ με τον ύπνο μας ζούμε ένα μικρό αλλά ανανεωτικό θάνατο, καθώς εγκαταλείπουμε το σώμα μας και ξαναγεννιόμαστε κάθε πρωί όταν ξυπνάμε.

Γι’ αυτό και είχαν σημαντικό λόγο οι οπαδοί της Πυθαγόρειας παράδοσης να ισχυρίζονται ότι κάθε βράδυ οι μαθητές έπρεπε να επανεξετάζουν τι είχαν πράξει κατά τη διάρκεια της μέρας. «Ζήσε κάθε μέρα  σαν να είναι η τελευταία μέρα της ζωής σου», έγραφε ο Μάρκος Αυρήλιος, ο Ρωμαίος αυτοκράτορας που ήταν και φιλόσοφος. Και ο Μάρκος Αυρήλιος απλώς επαναλάμβανε τα λόγια του δασκάλου του Μουσώνιου Ρούφου.

Στην περίπτωση του Τζέφρυ Φάρδινγκ (1909-2004) έχουμε τη δυνατότητα να μοιραστούμε μαζί του ένα μέρος της επανεξέτασης μιας μακράς και γόνιμης ζωής. Ο διάλογος που ακολουθεί αποτελεί το πρακτικό εργαλείο για ένα τέτοιο μοίρασμα. Ο διάλογος αυτός αναδεικνύει επίσης μερικές σημαντικές στιγμές της Βρετανικής ιστορίας αλλά και λίγο από το άρωμα της ζωής που έζησε ένας αξιόλογος αναζητητής της αλήθειας. [1]

Ο Φάρδινγκ υπήρξε μία από τις πιο γνωστές ηγετικές φυσιογνωμίες και από τους πιο γνωστούς συγγραφείς της Θεοσοφίας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα. Όταν πέθανε στις 30 Μαΐου του 2004 –σε ηλικία 94 ετών- είχε φίλους σε όλο τον κόσμο. Τα βιβλία του είχαν μεταφραστεί, ίσως, μόνο στα ισπανικά  - με την πολύ καλή φροντίδα του Χοσέ Ραμόν Σόρντο στο Μεξικό. Κι όμως η έμπνευσή του είχε επηρεάσει πολύ περισσότερο από τα γραπτά του.

Τον Φεβρουάριο του 2000 έγραφε σε ένα γράμμα προς τους ανά τον κόσμο φίλους του:

«Πενήντα χρόνια μετά από πραγματικά εντατική μελέτη καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η αυθεντική διάδοση της απόκρυφης γνώσης, στο βαθμό που μας της παρέδωσαν οι Δάσκαλοι, ήταν ένα μοναδικό παγκόσμιο γεγονός. Δεν έχει αναγνωριστεί ως τέτοιο, όπως θα  έπρεπε

Αυτή η ιδέα βρίσκεται στον πυρήνα της κληρονομιάς που άφησε ο Φάρδινγκ στους σπουδαστές της εσωτερικής φιλοσοφίας στον 21ο αιώνα.

Όταν του τέθηκαν οι ακόλουθες ερωτήσεις, τον Νοέμβριο του 2000, πολλοί μπορούσαν να διακρίνουν την κεντρική σημασία που είχε το έργο του Τζέφρυ Φάρδινγκ ώστε να μείνει έστω κι ένα κομμάτι της Θ.Ε. του Αντυάρ ανοιχτό στην πραγματική Θεοσοφία και απαλλαγμένο από παραποιημένες εκδοχές.

Έστελνε τις απαντήσεις του τόσο με e-mail όσο και με το ταχυδρομείο και υπέγραφε ο ίδιος. Στον διάλογο  κάνει μια επανεξέταση της ζωής του και συζητεί για το Θεοσοφικό κίνημα, τις πλάνες και το μέλλον του.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΡΩΤΗ


Πού και πότε γεννηθήκατε;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ – Γεννήθηκα σε ένα μέρος που λέγεται Χήτον Μέρσυ κοντά στο Μάντσεστερ του Λανκασάιρ της Αγγλίας, στις 10 Δεκεμβρίου του 1909. Ήταν μια μικρή κοινότητα συγκεντρωμένη γύρω από ένα εργοστάσιο βαφής. Εκείνο τον καιρό το Λανκασάιρ έκανε εξαγωγές βαμβακερών ειδών σε πολλά μέρη του κόσμου. Ο πατέρας μου συνήθιζε να λέει ότι θα αρκούσε να δουλεύουν τα υφαντουργεία μόνο λίγες ώρες το Σάββατο για να ικανοποιούν τις ανάγκες της εσωτερικής αγοράς στο Ηνωμένο Βασίλειο. Όλα τα άλλα προϊόντα προορίζονταν για εξαγωγή. Ήταν μια περίοδος ανάπτυξης και ευημερίας ακριβώς πριν από την έκρηξη του Α! Παγκοσμίου Πολέμου. Θυμάμαι πότε ακριβώς εξερράγη ο Πόλεμος. Βρισκόμασταν σε διακοπές σε ένα μέρος που λεγόταν St Anne’s-on-Sea και, ενώ παίρναμε το πρωινό μας, με έστειλαν να αγοράσω τις εφημερίδες από το πρακτορείο εφημερίδων. Κρατούσα στα χέρια μου λίγα κέρματα για να πληρώσω. Έδωσα τα λεφτά στον άνθρωπο και τον θυμάμαι να μου λέει, «Όταν πας σπίτι πες στον πατέρα σου ότι εξερράγη ο πόλεμος». Η φράση αυτή δεν μου έκανε μεγάλη εντύπωση τότε αλλά ξέρω ότι προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στο σπίτι. Πολύ λίγο ξέραμε το τι θα βρίσκαμε μπροστά μας. Εκτός από την πληθώρα  των γεγονότων που διηγούνται για τον Α! Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικογένειά μου αντιμετώπισε τραγικές καταστάσεις. Η μητέρα μου έχασε 7 αδελφούς της: οι 5 σκοτώθηκαν πολύ νωρίς και οι άλλοι 2 πέθαναν αργότερα σε θαλάμους αερίων.

Πήγα σε ένα τοπικό νηπιαγωγείο. Κάποια μέρα ενώ καθόμασταν στην τάξη ακούσαμε ένα βουητό κι ο δάσκαλος μας είπε, «Αυτό που ακούτε είναι αεροπλάνο» και τότε όλοι πεταχτήκαμε έξω για να δούμε αυτό το πράγμα που πετούσε στον ουρανό. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς έγινε αυτό αλλά πρέπει να ήταν ανάμεσα στο 1914 και το 1916. Μόνο οι εύποροι είχαν αυτοκίνητα τότε. Εμείς ήμασταν τυχεροί που μπορούσαμε να χρησιμοποιούμε ένα αυτοκίνητο που ανήκε στην εταιρεία όπου δούλευε ο πατέρας μου (την Τζένεραλ Ελέκτρικ της Αγγλίας). Το σχολείο που πήγα μετά βρισκόταν κάποια μίλια μακριά. Έπρεπε λοιπόν να παίρνω ένα λεωφορείο που τα σκληρά του λάστιχα έκαναν πολύ θόρυβο. Ο κόσμος δεν χρησιμοποιούσε τόσο πολύ πια τα  άλογα ως μεταφορικό μέσο, τα χρησιμοποιούσαν, όμως, ακόμα για μεταφορές εμπορευμάτων, ιδιαίτερα οι έμποροι για την παράδοση των εμπορευμάτων τους. Τα πιο βαριά ιππήλατα οχήματα, σχετικά σύντομα, αντικαταστάθηκαν από ατμοκίνητα οχήματα. Αυτά τα αντικατέστησαν τα βενζινοκίνητα μικρότερα ή μεγαλύτερα φορτηγά κλπ λίγο μετά τον πόλεμο.

Αποκτήσαμε το πρώτο μας τηλέφωνο λίγα χρόνια μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Έπρεπε να περιστρέφεις μια λαβή για να καλείς το τηλεφωνικό κέντρο, όπου ο τηλεφωνητής ήξερε ονομαστικά όλους τους συνδρομητές ή τουλάχιστον τους τοπικούς συνδρομητές. Δεν θυμάμαι να υπήρχε τηλεφωνικός κατάλογος. Φυσικά δεν υπήρχε ραδιόφωνο.

Τελικά  γύρω στα 10 πήγα σε ένα οικοτροφείο στο Ήστμπορν όπου ήμουνα ευχαριστημένος και μου άρεσε να παίζω τα ομαδικά παιχνίδια που ήταν τότε της μόδας όπως το κρίκετ και το ράγκμπι. Μετά, στα 13 ή 14 πήγα σε ένα ιδιωτικό σχολείο στο Μπακιγχαμσάιρ. Το σχολείο λειτουργούσε σε ένα μεγάλο οίκημα, ουσιαστικά ένα παλάτι, που κάποτε ανήκε στους Δούκες του Μπάκιγχαμ. Βρισκόταν μέσα σε μια έκταση 500 εκταρίων με πανέμορφους κήπους και πάρκα. Εκεί ήμουνα πράγματι ευτυχισμένος.  Πέρασα τις απαιτούμενες εξετάσεις νωρίς και μετά μπήκα στο λεγόμενο ανώτερο σχολείο όπου μπορούσε κανείς να μελετά κατ’ ιδίαν μαζί με άλλον ένα συμφοιτητή. Ήταν κάτι που το απολάμβανα αλλά βέβαια ήμουν πολύ νέος για ένα τέτοιο προνόμιο και στην ουσία δεν εργάστηκα πάρα μόνο όταν έγινα 17 χρονών. Πάντως, οπωσδήποτε απόλαυσα κάθε στιγμή εκείνης της περιόδου σε αυτό το πανέμορφο μέρος.  

Κάτι που έχει ενδιαφέρον ως προς τη σχολική μου ζωή ήταν το γεγονός ότι με προσείλκυαν οι εκκλησιαστικές λειτουργίες. Έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Ένα άλλο ενδιαφέρον γεγονός ήταν η προετοιμασία μας για το «Χρίσμα». Αυτό συμβαίνει όταν κάποιος λαμβάνει το χρίσμα για να γίνει δεκτός στην Αγγλικανική Εκκλησία. Στην τελετή χοροστατεί ένας Επίσκοπος. Στη δική μου περίπτωση ήταν ο Επίσκοπος της Οξφόρδης. Η προετοιμασία διήρκεσε ένα χρόνο περίπου, δηλαδή 3 σχολικές περιόδους όπου βρισκόμουνα υπό την επίβλεψη του Δασκάλου μου που ήταν χειροτονημένος Εφημέριος – ένας ηλικιωμένος άνθρωπος αγαπητός σε όλους και προφανώς ειλικρινής ως προς τα θρησκευτικά του πιστεύω. Μερικά από αυτά πέρασαν και σε μας. Μας προετοίμασε πολύ καλά για το τι σήμαινε ακριβώς το Χρίσμα: επρόκειτο να γίνουμε δεκτοί στην οικογένεια του Χριστού. Θα παίρναμε δύναμη να καταπολεμήσουμε τις αμαρτίες μας και τις αδυναμίες μας. Θα βρισκόμασταν κοντά σε ομοφρονούντες που και αυτοί ήσαν αφοσιωμένοι  στο Χριστιανικό πνεύμα – με άλλα λόγια μια συμπαγής, ευσεβής κοινότητα ανθρώπων.

Την ημέρα που θα λάμβανα το Χρίσμα ήμουν ενθουσιασμένος. Κατά τη διάρκεια της λειτουργίας περίμενα πώς και πώς να έρθει η σειρά μου για να με ευλογήσει ο Επίσκοπος. Τον θυμάμαι ακόμα να περνά μπροστά από κάθε παλικάρι από τα δεξιά μέχρι να φτάσει η σειρά μου και μετά θυμάμαι τη στιγμή της χειροτονίας. Προσδοκούσα να συμβούν όλα τα υπέροχα πράγματα που μας είχαν πει ότι θα συνέβαιναν. Μάταιη η προσδοκία μου – δεν συνέβη τίποτα! Σηκώθηκα και ακολούθησα στη σειρά τους άλλους νεαρούς πολύ αποκαρδιωμένος. Γιατί ένοιωσα αυτή την απόρριψη; Γιατί δεν έγινα μέρος αυτής της αδελφότητας για την οποία είχαμε ακούσει τόσα πολλά; Γιατί δεν μου δόθηκε η δύναμη; Ρώτησα ένα από τα άλλα παιδιά τι είχε νοιώσει ακριβώς κι εκείνο πολύ  ψυχρά μου είπε, «Τίποτα, τι περίμενες;». Δεν μπορούσα να το πιστέψω. Όλη αυτή η προετοιμασία που είχαμε κάνει ήταν για το τίποτα; Αυτή ήταν και η απαρχή πιθανώς της αναζήτησής μου που με οδήγησε στη Θεοσοφία.

Όταν τελείωσα το σχολείο μαθήτευσα σε ένα μεγάλο εργοστάσιο ηλεκτρομηχανολογίας  κοντά στο Μάντσεστερ. Συγχρόνως πήγαινα στο νυχτερινό σχολείο για να αποκτήσω θεωρητική κατάρτιση. Από θεοσοφική άποψη η εμπειρία αυτή είχε σημασία γιατί γνώρισα εκείνη την εποχή έναν Ινδό που επίσης ήταν μαθητευόμενος και με τον οποίον συνηθίζαμε να γευματίζουμε μαζί. Πολύ νωρίς οι συζητήσεις μας περιεστράφησαν στη θρησκεία. Ήταν Βραχμάνος και πολύ κατατοπισμένος στις Ινδικές γραφές. Προσέλαβα μια τελείως άλλη οπτική της θρησκείας από αυτόν αλλά ένοιωσα έκπληκτος όταν τελικά μου είπε ότι όλα τα υπέροχα πράγματα που μου είχε πει για τα ιερά τους κείμενα δεν τα πίστευε πλέον. Είχε δυτικοποιηθεί απόλυτα. Οι απόψεις του υπαγορεύονταν εξ ολοκλήρου από την επιστημονική γνώση και σκέψη. Εντούτοις, μου άνοιξε τα μάτια  προς μια τελείως άλλη οπτική και με έκανε να σκεφτώ.

ΕΡΩΤΗΣΗ ΔΕΥΤΕΡΗ

Πότε και πού αποκτήσατε την πρώτη καθαρά πνευματική ή θεοσοφική άποψη για τη ζωή; Πώς ήταν η ζωή σας πριν να γνωρίσετε τη Θ. Ε.;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ—Ας αρχίσω λοιπόν να απαντώ στη δεύτερη ερώτησή σας: πότε άρχισα  τη θεοσοφική αναζήτηση; Κάποιο βράδυ προς το τέλος της μαθητείας μου, αυτά που μου είχε πει ο Ινδός φίλος μου διατάραξαν τόσο τα Χριστιανικά μου πιστεύω που αποφάσισα να πάω να δω τι θα μου έλεγε ο εφημέριος της περιοχής μου. Ήταν παλαιό μέλος της Εκκλησίας, αξιοσέβαστος Αρχιδιάκονος, που πρόσφατα είχε χοροστατήσει στον γάμο της αδερφής μου. Εκτιμούσαμε πάρα πολύ τον Αιδεσιμότατο. Ένα  βραδάκι λοιπόν του τηλεφώνησα και τον ρώτησα αν μπορούσα να περάσω να τον δω. Προφανώς από τη χροιά της φωνής μου θεώρησε ότι ήταν κάτι επείγον και μου είπε, «Κοίτα, μπορώ να σε δω για 10 λεπτά, πριν από μια άλλη συνάντηση. Έλα όσο γρηγορότερα μπορείς». Πήγα τρεχάτος με κομμένη την ανάσα. Μου άνοιξε ο ίδιος, με οδήγησε στο γραφείο του, με έβαλε να κάτσω και με ρώτησε τι συνέβαινε. Του εξήγησα την ιστορία  με τον Ινδό,  τις γραφές του και τα πιστεύω του (όχι τις επιστημονικές του απόψεις)  και ζήτησα να μάθω πώς κατά τη γνώμη του η Χριστιανική θρησκεία έβλεπε τα συγκεκριμένα σημεία για τα οποία μου είχε μιλήσει  ο Ινδός. Τα σημεία αυτά αφορούσαν ζητήματα για τη φύση του Θεού, την ιδέα του θανάτου του Ιησού για χάρη μας (την δι’ αντιπροσώπου εξιλέωση), το τι συμβαίνει μετά θάνατο κ.ο.κ Γρήγορα κατάλαβα ότι ο αγαπητός Αιδεσιμότατος δεν είχε ουσιαστικές απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα. Όπως καθόμουν ακούγοντάς τον να  μιλάει, πήρα τη φρικτή απόφαση να απαρνηθώ τον Θεό εάν δεν εκδηλωνόταν με κάποιο απτό τρόπο επί τόπου όσο βρισκόμουν στο γραφείο του Αιδεσιμότατου. Δεν θα πίστευα πια ότι υπάρχει. Περίμενα να συμβεί κάτι τρομερό –να ανοίξει το πάτωμα και η γη να με καταπιεί ή ένας κεραυνός να πέσει να με κάψει – περίμενα, περίμενα, μα τίποτα δεν έγινε. Τότε με κατέλαβε μια ασυγκράτητη αγαλλίαση κι ένοιωσα  πιεστικά την ανάγκη να φύγω από εκεί όσο γρηγορότερα μπορούσα. Φοβάμαι ότι ήμουν κάπως αγενής προς τον γέροντα αλλά με την πρόφαση ότι μου είχε πει πως είχε λίγο χρόνο στη διάθεσή του είπα ότι έπρεπε να φύγω για να μην κάνω άλλο  κατάχρηση του χρόνου του. Σηκώθηκε και με συνόδευσε στην πόρτα αν και δεν νομίζω πως είχε τελειώσει αυτά που ήθελε να πει. Πρέπει να εξεπλάγη με τη βιασύνη μου να φύγω. Ακόμα τον ακούω να μου λέει καθώς έφευγα, «Πρέπει να έχεις πίστη, παιδί μου».

Όταν βρέθηκα έξω το αίσθημα της αγαλλίασης και ευτυχίας έγινε ακόμα εντονότερο. Μου φαινόταν ότι ενώ βάδιζα προς το σπίτι, τα πόδια μου δεν άγγιζαν τη γη. Ήταν μια απίστευτη εμπειρία. Από τότε, μέχρι και το Β! Παγκόσμιο Πόλεμο βρισκόμουν συνειδητά σε αναζήτηση της ΑΛΗΘΕΙΑΣ. Αυτή η αναζήτηση με οδήγησε σε όλους τους δρόμους, μεγάλους και μικρούς και με έκανε να συναντήσω  κάθε είδους ανθρώπους. Η σταθερή μου ερώτηση ήταν «Πιστεύεις σε κάποια θρησκεία;…Μίλησε μου γι’ αυτήν».


ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΡΙΤΗ

 Πότε ήρθατε σε επαφή με τη Θεοσοφική Εταιρεία; Ποια ήταν τα πρώτα θεοσοφικά βιβλία που διαβάσατε;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ –Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, οπότε οι δουλειές ήταν δυσεύρετες, στάθηκα τυχερός και βρήκα μια δουλειά στο Λονδίνο. Υπήρχε τότε μεγάλη ύφεση. Μια ολόκληρη σειρά «συμπτώσεων» με οδήγησαν τελικά στην Θεοσοφική Εταιρεία του Λονδίνου με την υπέροχη βιβλιοθήκη της. Απ’ αυτήν δανειζόμουν πολλά βιβλία επί πολλά χρόνια και άρχισα μια κάπως μακρά διαδικασία αυτοεκπαίδευσης στη Θεοσοφία. Όσο περισσότερο μάθαινα γι’ αυτήν τόσο μεγαλύτερο γινόταν το ενδιαφέρον μου.

Κάποια μέρα ο ενθουσιασμός μου για το καινούργιο αντικείμενο ενδιαφέροντος με ώθησε να καλέσω έναν παλιό σχολικό φίλο στην Θεοσοφική Εταιρεία για να ακούσει μια διάλεξη που θα έδινε κάποια φημισμένη κυρία της Θεοσοφίας, μια διάλεξη πάνω στους «Δασκάλους». Η διάλεξη θα λάμβανε χώρα στην Αίθουσα Μπέζαντ στην πίσω πλευρά της οδού Γκλόστερ Πλέις 50. Γινόταν με την ευκαιρία ενός Συνεδρίου στην διάρκεια του Πάσχα , μια εκδήλωση που η Εταιρεία τότε επαναλάμβανε συστηματικά. Η ομιλήτρια ήταν ντυμένη περίεργα με ένα πράσινο φόρεμα που είχε κάτι κίτρινες μακριές πινελιές και μεγάλα τριγωνικά μανίκια που με θεατρικό τρόπο τα επεδείκνυε σε κάθε ευκαιρία. Το θέαμα ήταν αστείο και μας έπιασαν τα γέλια. Προσπαθήσαμε να συγκρατήσουμε τα γέλια μας αλλά δεν μπορούσαμε. Τελικά μας πλησίασε ένας ταξιθέτης και μας είπε ότι ακόμα κι αν εμείς δεν θέλαμε να ακούσουμε τη διάλεξη, οι άλλοι ήθελαν, γι’ αυτό μας παρακάλεσε να βγούμε έξω. Αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με την Θεοσοφική Εταιρεία. Μετά απ’ αυτό σκεφτόμουν πως δεν θα μπορούσε τίποτα να με κάνει να ξαναπάω!

Λίγο καιρό αργότερα εξερράγη ο πόλεμος και πήγα στον στρατό. Και τότε πάλι συνέβη κάτι ενδιαφέρον. Όλο το πληθωρικό ενδιαφέρον μου για τη Θεοσοφία έσβησε αμέσως σαν να είχα σβήσει το φως και δεν ξανά-ενδιαφέρθηκα παρά μόνο ύστερα από 5 χρόνια, όταν τελείωσε ο πόλεμος. Τότε βρισκόμουν στην Σκωτία. Κάποια μέρα βαδίζοντας σε ένα δρόμο του Εδιμβούργου είδα στη βιτρίνα ενός βιβλιοπωλείου κάποιο βιβλίο του Πωλ Μπράντον με τίτλο «Μια Αναζήτηση στη Μυστική Αίγυπτο». Το αγόρασα και σιγά-σιγά διαβάζοντάς το αναθερμάνθηκε ο παλιός μου ενθουσιασμός. Άρχισα και πάλι να ψάχνω με επιμονή. Πήρα ακόμα περισσότερα βιβλία από την θεοσοφική βιβλιοθήκη περιλαμβανομένης και της «Μυστικής Δοξασίας», που εκείνη την εποχή δεν μου προκάλεσε το ενδιαφέρον, και άλλα βιβλία που όλα σχεδόν ήταν γραμμένα από την Άνι Μπέζαντ ή τον Λεντμπίτερ. Και πάλι ένοιωσα ότι ήταν συναρπαστικά. Αυτοί οι άνθρωποι σου έδιναν την εντύπωση ότι ήξεραν για τι μιλούσαν και είχαν μια μεγάλη ευχέρεια να εκφράζουν τις ιδέες τους. Δεν μελέτησα τίποτε άλλο για 2 ή 3 χρόνια και εξοικειώθηκα πολύ με το θεοσοφικό σύστημα απ’ αυτή την άποψη.

Εκείνη την εποχή συνέβη κάτι περίεργο. Είχα συναντήσει τον Τζον Κόουτς που τότε ήταν Γενικός Γραμματέας της Εταιρείας στην Αγγλία. Ένα βράδυ με κάλεσε για φαγητό. Παρών ήταν κι ένας αδερφός του. Ο αδερφός του λοιπόν εξέφρασε την άποψη της οικογένειας για το γεγονός ότι ο Τζον είχε γίνει μέλος της Θεοσοφικής Εταιρείας εγκαταλείποντας παράλληλα μια διευθυντική θέση στην οικογενειακή εταιρεία που είχε την επωνυμία Τζ & Π. Κόουτς. Αυτή η απόφασή του είχε ενοχλήσει πάρα πολύ τον πατέρα τους και τα αδέρφια του δεν θεωρούσαν σωστό εκ μέρους του να αφήσει την επιχείρηση. Για όλα αυτά υπαίτιοι ήταν η Θεοσοφία και η Θεοσοφική Εταιρεία. Το μεγαλύτερο μέρος της βραδιάς πέρασε με τον αδερφό να προσπαθεί να εξηγήσει στον Τζον πως είχε κάνει λάθος, πώς δεν είχε κανένα ενδιαφέρον αυτή η ανοησία με τις τόσες δεισιδαιμονίες που λεγόταν Θεοσοφία και ότι οπωσδήποτε δεν άξιζαν οι θυσίες που είχε κάνει για χάρη της Θεοσοφικής Εταιρείας. Για κάποιο περίεργο λόγο ένοιωσα ότι έπρεπε να υπερασπιστώ την Εταιρεία. Είπα λοιπόν στον αδερφό ότι δεν ήξερε τίποτα για τη Θεοσοφία γιατί αν ήξερε περί τίνος επρόκειτο ασφαλώς δεν θα μιλούσε έτσι. Καθώς του έλεγα αυτά τα πράγματα άλλαξε άρδην όλη η στάση μου απέναντι στην Εταιρεία. Είχα υιοθετήσει την υπόθεση. Είχα αρχίσει να την συμμερίζομαι. Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο ένοιωσα ότι ανήκα σε αυτήν και ότι από δω κι εμπρός έπρεπε όχι μόνο να γίνω μέλος της αλλά να την υποστηρίζω και να εργάζομαι γι’ αυτήν. Ήταν ένα πολύ δυνατό συναίσθημα.

Σε μια-δυο μέρες ήρθα σε επαφή με τον Τζον και του μίλησα για αυτή τη «μεταστροφή». Ζήτησα να γίνω μέλος. Έτσι κι έγινε. Το 1948 μετά το τέλος του πολέμου αποστρατεύτηκα. Η δουλειά μου ήταν στο Γιορκσάιρ και η θέση μου εκεί με περίμενε. Πήγα λοιπόν στη Στοά της πόλης Λίιντς όπου και συνάντησα άλλους μεγαλύτερους, παλαιότερους και πεπειραμένους θεόσοφους που μπροστά τους εγώ ένοιωθα ανεπαρκέστατος αρχάριος.

Κάποιο βράδυ ήρθε στη Στοά για να μιλήσει ένας ηλικιωμένος άνθρωπος. Είναι αυτός για τον οποίον μιλώ στις «Σημειώσεις για τον Συγγραφέα» που υπάρχουν στην αρχή του «Θεότητα, Κόσμος και Άνθρωπος» [σσ. ΧΧΙ-ΧΧΙΙ]

Από το σημείο αυτό αρχίζει η περιγραφή της αναζήτησής μου στο θεοσοφικό ταξίδι μέχρι να φτάσει στο αποκορύφωμα που διηγούμαι. Έκτοτε συνάντησα πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους και απόκτησα πολλές εμπειρίες. Θα χρειαζόμουν πολύ χρόνο να τις επαναλάβω.

Όμως, είχα αποκτήσει πια γερές βάσεις για το θεοσοφικό δρόμο και η διαδικασία της αυτοεκπαίδευσης, που άρχισε τότε, συνεχίζεται μέχρι αυτή τη στιγμή.

Το ενδιαφέρον είναι ότι, ενώ έχω γράψει πολλά κείμενα κι έχω κάνει πολλά πράγματα για την υπόθεση της Θεοσοφίας ό,τι έγραψα κι ό,τι έκανα έγινε αβίαστα. Δεν υπήρξε κανένας προγραμματισμός, δεν είχα συγκεκριμένο στόχο. Όλα τα έκανα χωρίς σχέδιο. Φυσικά απαιτήθηκε πολλή δουλειά για μακρύ χρονικό διάστημα.

ΕΡΩΤΗΣΗ ΤΕΤΑΡΤΗ

Τι έγινε με το επάγγελμά σας και την οικογένειά σας;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ --  Σας μίλησα για το επάγγελμά μου. Ήμουν ηλεκτρολόγος μηχανολόγος και εργάστηκα όλη μου τη ζωή σχεδόν στη δημόσια βιομηχανία του Γιορκσάιρ. Ήμουν υπεύθυνος για 100 περίπου καταστήματα, κέντρα εξυπηρέτησης όπως λέγονταν, που έκαναν εργολαβίες (ηλεκτρικές εγκαταστάσεις εργοστασίων, καταστημάτων και κατοικιών),  εκθέσεις για τη διανομή της ηλεκτρικής ενέργειας, δοκιμές ηλεκτρικών συσκευών, αποκαταστάσεις βλαβών,  ανακαινίσεις, κλπ.

Όλα ήταν άσχετα με τη Θεοσοφία. Δεν έχω παντρευτεί, δεν δημιούργησα οικογένεια. Ο πατέρας μου δεν είχε ιδέα περί Θεοσοφίας. Ήταν Ελεύθερος Τέκτονας. Η μητέρα μου αποκαλούσε τη Θεοσοφία «ένα σωρό ανοησίες». Γιατί δεν μπορούσα να είμαι σαν τους άλλους;

ΕΡΩΤΗΣΗ ΠΕΜΠΤΗ

Πώς ανακαλύψατε την τεράστια απόσταση από άποψης αποκρυφιστικής ποιότητας ανάμεσα στην αυθεντική παρουσίαση της Θεοσοφίας (Ε.Π.Μπ. –Διδασκάλους) και τη δεύτερη εκδοχή της από τον Λεντμπίτερ και την Άνι Μπέζαντ; Νοιώσατε τότε πώς είχε πάει χαμένος ο χρόνος;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ—Ανακάλυψα τη διαφορά όταν ο Τζον Κόουτς μου έδωσε ένα αντίτυπο των «Επιστολών του Μαχάτμα» με την ανάλυση του τι συμβαίνει μετά τον θάνατο. Αυτή η ανάλυση δεν ταιριάζει με όσα γράφουν οι Λεντμπίτερ/ Μπέζαντ. Μία από τις κυριότερες διαφορές είναι το ζήτημα του Αιθερικού Διπλού. Σε αυτό το θέμα δεν μπορούσα να βρω κοινά σημεία ανάμεσα στις δύο διδασκαλίες. Αρχικά ένοιωσα πως δεν καταλάβαινα σωστά ούτε τη μία ούτε την άλλη κι ότι έφταιγαν οι περιορισμένες μου δυνατότητες. Δεν μπορούσα να πιστέψω ότι καλά πληροφορημένοι και χαρισματικοί άνθρωποι σαν τον Λεντμπίτερ και την Μπέζαντ «το πήραν στραβά». Ούτως ή άλλως το λάθος θα ήταν δικό μου. Γι’ αυτό και πάλεψα με αυτό το πρόβλημα ίσως και για 2 χρόνια. Σ’ αυτό το διάστημα μελέτησα πολύ λεπτομερώς την κατάταξη των αρχών του ανθρώπου και από τις δύο απόψεις (π.χ. μελετώντας την Μπλαβάτσκυ στο «Κλειδί της Θεοσοφίας») και προσπάθησα πολύ να τις συμφιλιώσω, αλλά είναι αταίριαστες. Εν τέλει φυσικά αυτό με οδήγησε στο να εκδώσω το «Αιθερικό Διπλό»  

Άλλο ένα πολύ δύσκολο σημείο ήταν οι απόψεις των Δασκάλων για τη θρησκεία και η στενή σχέση της Φιλελεύθερης Καθολικής Εκκλησίας με τη Θεοσοφική Εταιρεία. Κι αυτό είναι κάτι το ασυμβίβαστο.

Όσο για τις αντιδράσεις μου όταν ανακάλυψα τα παραπάνω, είχα περάσει τόσο καιρό μέσα σε αυτή τη διαδικασία που δεν ένοιωσα ούτε έκπληξη ούτε απογοήτευση. Θυμάμαι, όμως, ότι ένοιωσα πως πρέπει να αποφασίσω για το αν από τότε θα δεχόμουν του Δασκάλους ως δασκάλους μου ή το δίδυμο Λεντμπίτερ/ Μπέζαντ. Φυσικά με όλα όσα είχα προσλάβει έπρεπε να επιλέξω τους Δασκάλους και την Ε.Π.Μπλαβάτσκυ. Έτσι κι έκανα. Μόλις κατέληξα σε αυτή την απόφαση όλα τα άλλα  πήραν τη διάσταση που τους αναλογούσε. Έπαψαν να υπάρχουν προβλήματα και δυσκολίες.

ΕΡΩΤΗΣΗ ΕΚΤΗ

Ποια ήταν η επίδραση και η επιρροή θεσμών όπως η Φιλελεύθερη Καθολική Εκκλησία και ο Τεκτονισμός στο Θεοσοφικό κίνημα όπως το συνέλαβαν αρχικά οι Μαχάτμα και η Ε.Π.Μπλαβάτσκυ;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ – Ποτέ δεν με προσείλκυσε ο Τεκτονισμός αλλά υπό την επίδραση του Τζον Κόουτς θα μπορούσα να έχω ενδιαφερθεί για την Εκκλησία. Δεν ξέρω πώς γλίτωσα απ’ αυτό αλλά ο «μέντοράς» μου όπως περιγράφεται στο «Θεότητα, Κόσμος και Άνθρωπος» μου έδειξε πολύ καθαρά ότι τέτοιοι θεσμοί, ενώ κάνουν κάποιον να αισθάνεται άνετα ως μέλος μιας αδελφότητας ή κάποιας αξιόλογης ομάδας, δεν έκαναν τίποτα για την πραγματική πνευματική σου προαγωγή. Αυτό ήταν κάτι που αφορούσε αποκλειστικά τον καθένα. Κι έτσι ανακάλυψα ότι το ενδιαφέρον μου για την Εκκλησία διαλύθηκε τελείως.

Υπήρξα Πρόεδρος της Θεοσοφικής Εταιρείας της Αγγλίας από το 1969 μέχρι το 1972. Σε αυτό το χρονικό διάστημα το κατέστησα γνωστό ανοιχτά ότι ήμουν άνθρωπος που ακολουθούσε τους Δασκάλους και την Ε. Π. Μπλαβάτσκυ. Δεν ήταν κάτι που έγινε αποδεκτό από όλα τα μέλη. Υπήρχε μια δυνατή φατρία της Εκκλησίας και του Τεκτονισμού στην Εταιρεία, τα μέλη της οποίας τελικά συγκεντρώθηκαν και ψήφισαν την κατάργησή μου από τη θέση του Προέδρου. Αυτό ήταν μεγάλο χτύπημα για μένα γιατί είχα αφήσει το επάγγελμά μου –που ήταν και επικερδές και σημαντικό- για να προσφέρω έργο στην Εταιρεία. Η καταψήφισή μου ήταν μια οδυνηρή εμπειρία αλλά κατά κάποιο τρόπο ήταν και μια ευλογία. Ήμουν πια τελείως ελεύθερος από άλλα καθήκοντα και μπορούσα να συνεχίσω τη μελέτη και τη συγγραφή.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ ΕΒΔΟΜΗ

Κατά τη διάρκεια του 20ου αιώνα, ιδιαίτερα μετά τη δεκαετία του ’20, τα κείμενα της Μπλαβάτσκυ και των Δασκάλων σιγά-σιγά ξανακέρδισαν έδαφος. Τα «Άπαντα της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ» χρειάστηκαν δεκαετίες για να δημοσιευτούν σε 14 τόμους συν τον τόμο με τον πίνακα περιεχομένων. Οι «Επιστολές του Μαχάτμα προς τον Α. Π. Σίνετ» και οι «Επιστολές από τους Δασκάλους της Σοφίας» μεταφράστηκαν σε διάφορες γλώσσες και προσείλκυσαν όλο και περισσότερο την προσοχή των σπουδαστών. Τώρα κυκλοφορούν περίπου 20 βιογραφίες της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ. Κι όμως μοιάζει σα να μην είναι αρκετά. Τι άλλο θα έπρεπε να γίνει;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ—Σχετικά με την αναζωογόνηση του ενδιαφέροντος για τα κείμενα των Δασκάλων  και της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ αισθάνομαι ότι είναι πολύ αργή και σχεδόν καθόλου αντιληπτή στην Εταιρεία του Αντυάρ. Δεν νομίζω ότι χρειαζόμαστε περισσότερα κείμενα αυτή τη στιγμή, είτε βιογραφίες της Ε.Π.Μ. είτε οτιδήποτε άλλο. Αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να προσπαθήσουμε να ενθαρρύνουμε τον κόσμο να διαβάζει τα ήδη υπάρχοντα κείμενα.  

Σε ό,τι αφορά το μέλλον της Θ. Ε. δεν έχω κρυστάλλινη μπάλα. Η αίσθησή μου είναι ότι, εάν η Εταιρεία του Αντυάρ εμμείνει στην τωρινή της στρατηγική αγνοώντας τα κείμενα των Δασκάλων και της Ε Π.Μ. και ινδαλματοποιώντας τον Κρισναμούρτι, απλώς θα σβήσει. Δεν αντιπροσωπεύει τίποτα πραγματικά. Πόσο ζωντανά είναι τα άλλα θεοσοφικά κινήματα δεν το ξέρω ουσιαστικά, εκτός από το ότι υπάρχουν προφανώς μερικοί πολύ σοβαροί σπουδαστές. Ευελπιστώ να συγκεντρωθούν στην Οργάνωσή μου και να αποτελέσουν έναν πυρήνα εργαζόμενοι γνήσια για την υπόθεση, έχοντας συνείδηση του τι κάνουν.

Αναφορικά με την ελευθερία της σκέψης, κατά την άποψή μου η έννοια αυτή έχει παραποιηθεί απελπιστικά. Όπως μεταδόθηκε κατά τη δεκαετία του 1920 προφανώς λειτούργησε ως μέσον για να επιτρέψει ώστε η έκφραση της προσωπικής γνώμης του καθενός, είτε ήταν καλά πληροφορημένος είτε όχι, να εντάσσεται στο πλαίσιο της Θεοσοφίας. Αυτό ήταν μοιραίο λάθος. Στην πράξη κανείς δεν μπορεί να παρέμβει στη σκέψη κάποιου άλλου. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι να επιβάλουν κάποιο δόγμα, δηλ. μια υποχρεωτική πίστη και σε κάποιο βαθμό υπό την ηγεσία του Λεντμπίτερ και της Μπέζαντ  αυτό πέτυχε  υπό την έννοια ότι κατάφεραν να γίνουν η Φιλελεύθερη Καθολική Εκκλησία και ο Τεκτονισμός αποδεκτοί ως Θεοσοφία και αργότερα φυσικά ο Κρισναμούρτι ως παγκόσμιος δάσκαλος. Όλα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με την ελευθερία της σκέψης αυτή καθαυτή και κατά την άποψή μου πολλές από τις μεταγενέστερες απόψεις σχετικά με τους Δασκάλους περιέχουν προκαταλήψεις.

Ασφαλώς συμφωνώ ότι καθείς μπορεί να διαβάζει τα κείμενα που θέλει, όποιος κι αν είναι ο συγγραφέας τους. Θεωρώ ότι είναι ζωτικής σημασίας οι άνθρωποι να είναι από κάθε άποψη ελεύθεροι.  Μπορούμε να εξελιχθούμε με υγιή τρόπο μόνο σε ατμόσφαιρα πλήρους ελευθερίας.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ ΟΓΔΟΗ

Πιστεύετε ευθέως ότι, στο πλαίσιο της ελευθερίας της σκέψης, η αληθινή διδασκαλία και μια διδασκαλία που την έχουν παραποιήσει διάφορες φαντασιώσεις, κάνει την επόμενη γενιά σπουδαστών να χάνουν χωρίς λόγο μεγάλο μέρος από τον χρόνο τους, πριν μπορέσουν να ανακαλύψουν ποια είναι η αλήθεια και ποια η παραποίηση;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ—Και σε αυτό το σημείο νομίζω ότι οι άνθρωποι είναι αυτοί που πρέπει να αποφασίζουν. Η μεγάλη δυσκολία προκύπτει από το ότι οι άνθρωποι δεν διαβάζουν τα αρχικά κείμενα και έτσι δεν έχουν το κριτήριο που θα τους βοηθήσει να αποφασίζουν για την ποιότητα των κειμένων που διαβάζουν. Αυτό γίνεται δυσκολότερο ιδιαίτερα όταν κάποια κείμενα που ανήκουν στη 2η γενιά υποτίθεται ότι προέρχονται από τους Δασκάλους. Πώς θα μπορέσουμε να ξέρουμε τι είναι γνήσιο και τι όχι, αν δεν γνωρίζουμε το σχέδιο πραγμάτων των Δασκάλων, το ύφος γραφής τους, κλπ. Κι εδώ πάλι πρέπει να είμαστε προσεκτικοί γιατί πιστεύω ότι άνθρωποι που διαθέτουν τις κατάλληλες ιδιότητες, εργαζόμενοι μπορούν να εμπνευστούν από αληθινές πνευματικές οντότητες. Ασφαλώς το κριτήριο πρέπει να είναι η ποιότητα όσων λέγονται. Για παράδειγμα, επαναφορά στην ιδέα του Θεού, ιδιαίτερα υπό την ανθρωπομορφική έννοια, θα έδειχνε ότι όποιος κι αν είναι ο συγγραφέας δεν διαθέτει αληθινό όραμα. Άλλο τόσο διατυπώνονται πολλές ανοησίες γύρω από τις μεταθανάτιες καταστάσεις και την άφεση των αμαρτιών.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ ΕΝΑΤΗ

Κάποιοι νομίζουν ότι τα κείμενα της Ε. Π. Μπλαβάτσκυ, που γράφτηκαν τον 19ο αιώνα, είναι «ξεπερασμένα». Οι ίδιοι άνθρωποι συνηθίζουν να μελετούν άλλα κείμενα που έχουν γραφτεί πριν από χιλιάδες χρόνια. Γιατί δεν είναι η Ε.Π.Μ. «ξεπερασμένη»; Θα μπορούσε ποτέ το αιώνιο να είναι ξεπερασμένο;

ΦΑΡΔΙΝΓΚ—Αυτή είναι μια άποψη χωρίς ουσία και θα μπορούσε να τη διατυπώσει μόνο κάποιος που δεν έχει διαβάσει κλασικά κείμενα. Τα λογοτεχνικά χαρακτηριστικά θα μπορούσαν να είναι ξεπερασμένα αλλά το περιεχόμενο είναι η αιώνια Αλήθεια, αναλλοίωτη, και αμετάβλητη στο δικό μας Μανβαντάρα. Οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη λέξη «μοντέρνος» σήμερα αναφορικά με τη μόδα. Μια τέτοια λέξη δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιείται για τη Θεοσοφία και τις «αιώνιες αλήθειές» της.

 

ΕΡΩΤΗΣΗ ΔΕΚΑΤΗ

Ποια είναι η γνώμη σας για την εργασία των σπουδαστών της Ε.Π.Μ. και των Δασκάλων; [2]

ΦΑΡΔΙΝΓΚ –Η γνώμη μου […] είναι ότι, με τους σύγχρονους τρόπους επικοινωνίας, θα μπορούσαμε να σχηματίσουμε ένα σώμα πραγματικά ενεργητικών ανθρώπων που με τον ενθουσιασμό τους μπορούν να δράσουν σαν «πηγή ακτινοβολίας» σε όποιο μέρος του κόσμου κι αν βρίσκονται. Αυτή τη στιγμή με ενδιαφέρει να ξαναζωντανέψω το ενδιαφέρον για την πρωτότυπη διδασκαλία. Για παράδειγμα, είχα ελπίσει ότι η Τριλογία μου [3] θα είχε δώσει στους ανθρώπους μια ιδέα του τι απαιτήθηκε για τη συγγραφή του «Αποκαλυμμένη Ίσις» και της «Μυστικής Δοξασίας». Τα περισσότερα μέλη του Θεοσοφικού κινήματος δεν έχουν ιδέα τι απαιτήθηκε από την Ε.Π.Μ. ή από την στενή συνεργασία που είχε την τύχη να έχει με τους Δασκάλους. Επίσης, δεν νομίζω ότι πολλοί έχουν ιδέα για το τι είναι ένας Δάσκαλος της Σοφίας. Η ιδέα του Δασκάλου έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον μέσα από κινήματα του τύπου «Εγώ Είμαι» και από τάσεις άλλων ατόμων να διοχετεύουν τα μηνύματα των Δασκάλων. Είναι προφανές ότι δεν πρόκειται για δασκάλους, αλλά αυτοί που μεταδίδουν τις ιδέες δεν έχουν μελετήσει τα κείμενα των αυθεντικών Δασκάλων, γι’ αυτό και δεν έχουν την  κατάλληλη υποδομή για να βασίσουν όσα λένε.

Ένας άλλος τομέας όπου συμβαίνουν παρεκτροπές είναι οι διακηρύξεις των ψυχικών, ακόμα και του αναστήματος του Ρούντολφ Στάινερ. Έκανε καλή δουλειά ιδρύοντας τα σχολεία του κλπ και πολλά από αυτά που είπε σχετικά με τη βλάστηση των σπόρων (βιοδυναμική γεωργία) έχουν επιβεβαιωθεί από την εμπειρία αλλά το βασικό πλαίσιο γνώσης που υιοθέτησε δεν ανήκε στους Δασκάλους (…)

Τζέφρυ Φάρδινγκ. (Απαντήσεις που έδωσε και υπέγραψε στις 22 Νοεμβρίου του 2000)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:


[1] Πρόσθετα ενδιαφέροντα αυτοβιογραφικά αποσπάσματα του Φάρδινγκ μπορεί να διαβάσει κανείς στις πρώτες σελίδες των βιβλίων του «Θεότητα, Κόσμος και Άνθρωπος» (Point Loma Publications, 1993) και στο «Όταν Πεθαίνουμε» (Point Loma Publications, 1994)

[2] Η ερώτηση έχει κατά κάποιο τρόπο διασκευαστεί για το παρόν κείμενο. Στο πρωτότυπο, αναφερόταν στην Οργάνωση Διδασκάλων/ Ε.Π.Μπλαβάτσκυ, μια ανεπίσημη ομάδα θεόσοφων από διάφορες χώρες και οργανώσεις που δημιούργησε ο Φάρδινγκ το 2000. Αυτή η οργάνωση δεν εξακολούθησε να υφίσταται μετά τον θάνατό του. Ωστόσο η απάντηση του Φάρδινγκ έχει αποδοθεί κατά λέξη και πράγματι αναφέρεται σε όλους τους σπουδαστές της Ε.Π.Μπλαβάτσκυ και των Διδασκάλων.

[3] «Σύγχρονη Θεοσοφία, Αφετηρία και Προθέσεις –Μια Τριλογία», του Τζ. Α. Φάρδινγκ, έκδοση: The Theosophical Publishing House (Λονδίνο), 1999, 54 σελίδες.

 

αναδημοσιευμένο από το  http://www.esoteric-philosophy.com

© blavatsky.gr 
Επιτρέπεται η αντιγραφή αποσπασμάτων υπό τον όρο ότι δεν γίνονται αλλαγές, δεν προστίθενται λέξεις ή εικόνες και ότι η πηγή αναγράφεται πλήρως και σωστά.